Δαμάζοντας τα Κύματα

Breaking the Waves

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

1996
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Δανία, Σουηδία, Γαλλία, Ην. Βασίλειο
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Λαρς φον Τρίερ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Λαρς φον Τρίερ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Έμιλι Γουότσον, Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Κάτριν Κάρτλιτζ, Ζαν-Μαρκ Μπαρ, Τζόναθαν Χάκετ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ζαν Πολ Μερίς, Ρόμπι Μίλερ
    MONTAZ: Άντερς Ρεφν
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Γιόακιμ Χόλμπεκ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 158'
    <ARTICLE TITLE/>

Κάθε τόσο, όχι πολύ συχνά, έρχεται μια ταινία να γίνει κομμάτι του εαυτού μας, πυξίδα της ψυχής, που κουβαλάμε χρόνια μετά. Το «Δαμάζοντας τα Κύματα» είναι μια ταινία-εμπειρία. Απλή και περίπλοκη, γήινη και ουράνια ταυτόχρονα, εκφράζει με διαπεραστική αμεσότητα ένα μεγαλείο «θεϊκό», το οποίο όμως πηγάζει ολοκληρωτικά και μόνο από τον άνθρωπο.

Από την Ιωάννα Παπαγεωργίου

Και τι έκπληξη! Τούτη η δημιουργία που γαντζώνεται στη μνήμη και ριζώνει στην καρδιά, είναι «παιδί» ενός-έως τώρα- απόμακρου Δανού, ψυχρού δεξιοτέχνη των εικόνων. Μακριά από τα χωμένα στο όνειρο και τον εφιάλτη έγκατα του «Europa», ο Λαρς φον Τρίερ έρχεται στο φως για να ανακαλύψει την...καλοσύνη.

Το όνομά της είναι Μπες. Ζει σε μια κλειστή, μικρή κοινωνία στη νοτιοδυτική ακτή της Σκωτίας, γύρω στα 1970. Είναι ντροπαλή, καλοκάγαθη, αφελής (τουλάχιστον έτσι νομίζουν όλοι) και πολύ ερωτευμένη με τον Γιάν. Αυτός δεν είναι ντροπαλός, ούτε αγαθός και σίγουρα δεν είναι αφελής, όμως την αγαπάει με ειλικρίνεια και παρόλο που κανείς δεν συμφωνεί απόλυτα μαζί του, την παντρεύεται. Μετά το γάμο του ο Γιάν φεύγει για να δουλέψει σε πετρελαιοπηγή στη μέση του ωκεανού και η Μπες μετράει μία μία τις μέρες μέχρι την επιστροφή του. Όταν όμως ξανασυναντηθούν εκείνος είναι παράλυτος σε όλο του το σώμα και εκείνη θα ξεκινήσει έναν αναπάντεχο, σκληρό, επώδυνο, κόντρα σε οποιοδήποτε ανθρώπινο ή «θεϊκό» νόμο και φαινομενικά παράλογο αγώνα, για να τον θεραπεύσει.

Το «Δαμάζοντας τα Κύματα» δε μπορείς να το παρακολουθήσεις. Το βιώνεις

Με παιδική αθωότητα, γυναικείο πείσμα, «πρωτόγονη» σεξουαλικότητα κι ένα εκρηκτικό απόθεμα δύναμης και πίστης στην ελπίδα, η Μπες της πρωτοεμφανιζόμενης Έμιλι Γουάτσον ξεχειλίζει από την οθόνη και σε αγκαλιάζει με θέρμη. Ακατέργαστα ανθρώπινη και απέριττα απλή (όπως και όλοι όσοι την πλαισιώνουν) φέρνει στην επιφάνεια άγνωστα κομμάτια και ικανότητες της ανθρώπινης ψυχής. Θεία δώρα θα έλεγε κανείς, αν ο Τρίερ δεν είχε την υποψία πως σ' αυτό τον κόσμο, αν υπάρχει Θεός, βρίσκεται μέσα μας. Υποψία που γίνεται η κινητήρια δύναμη του σκηνοθετικού του διαλόγου με το κοινό.

Το «Δαμάζοντας τα Κύματα» είναι γυρισμένο σχεδόν αποκλειστικά με κάμερα στο χέρι. Γεγονός που όχι μόνο δίνει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και έκφρασης στους ηθοποιούς (εξαιρετικοί στο σύνολό τους), αλλά και μια λανθάνουσα εντύπωση πως αυτό που βλέπουμε είναι ντοκιμαντέρ-καταγραφή μιας ολοζώντανης πραγματικότητας. Οι αυθόρμητες και αβέβαιες, θα έλεγε κανείς, κινήσεις της κάμερας ορίζονται από τη θέληση των ανθρώπων που παρακολουθεί, χωρίς ποτέ να τους επηρεάζει. Λειτουργεί έτσι σαν ένας αθέατος χαρακτήρας της ταινίας και γίνεται το βλέμμα του θεατή, ο οποίος καλείται να την παρακολουθήσει από «μέσα». 

Ο κόσμος τούτων των ανθρώπων, απόλυτα γήινος και «χωμάτινος», δεν μπορεί παρά να είναι και δικός μας

Εκεί συναντά πρόσωπα και συναισθήματα οικεία, ζεστά και παρηγορητικά. Ο βουβός πόνος της Ντο Ντο, η πίκρα, η απελπισία και η υποβόσκουσα εκδικητική τάση του Γιάν απέναντι στη ζωή και φυσικά ο έρωτας, η ελπίδα και το κουράγιο της Μπες φέρνουν στο νου δικούς μας πόνους και έρωτες, δικές μας πίκρες, δική μας ελπίδα και το συχνά ξεχασμένο κουράγιο μας. Ο κόσμος τούτων των ανθρώπων, απόλυτα γήινος και «χωμάτινος» (το χρώμα που κυριαρχεί στην οθόνη είναι το καφέ, σε όλες του τις αποχρώσεις) δεν μπορεί παρά να είναι και δικός μας.

Σε αυτόν παρεμβάλλονται σχεδόν ακίνητες, παραμυθένιες εικόνες, με εντυπωσιακά χρώματα και μουσική επένδυση από διάσημα ποπ και ροκ τραγούδια, που χωρίζουν την εξέλιξη της ταινίας σε κεφάλαια. «Αυτό είναι το βλέμμα του Θεού», λέει ο Τρίερ. «Ο τρόπος που ο Θεός βλέπει την ιστορία». Όμως αυτές οι μαγικές, τέλειες και σταθερές εικόνες μοιάζουν βγαλμένες από τα όνειρα ενός μικρού, θεοσεβούμενου παιδιού, που φαντάζεται τη ζωή σαν-παραδεισένιο-παραμύθι. Δεν έχουν σχέση με τον ρευστό, απρόβλεπτο και όχι πάντα δίκαιο κόσμο της Μπες. Είναι απλά εδώ για να μας θυμίσουν πως ο δικός της Θεός είναι η ίδια (μόνη θέτει τις ερωτήσεις και μόνη της απαντάει). Και όταν κάποια στιγμή τον ρωτάει «είσαι ακόμα μαζί μου;» είναι σαν να απευθύνεται σε μας, για να σιγουρευτεί πως στο τέλος του ταξιδιού θα είμαστε εκεί. Όταν εκείνη ξεφορτώνεται τα βάρη που μας κρατάνε πίσω «αιχμάλωτους» (τις ενοχές, τις προκαταλήψεις, τους φόβους, τις δειλίες, τις ανασφάλειες).

Το «Δαμάζοντας τα Κύματα» δε μπορείς να το παρακολουθήσεις. Το βιώνεις. Όταν τα φώτα ανάψουν σου χρειάζονται κάμποσα λεπτά για να συνειδητοποιήσεις πού βρίσκεσαι. Κι ενώ το σώμα σου μένει μουδιασμένο στην καρέκλα, η ψυχή «αιωρείται», πιο ελαφριά και πιο διάφανη από τα δάκρυα στα βουρκωμένα μάτια.

Η κριτική της ταινίας «Δαμάζοντας τα Κύματα» δημοσιεύθηκε στο τεύχος 74 του Περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ (Δεκέμβριος 1996).

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Δαμάζοντας τα Κύματα
  • Δαμάζοντας τα Κύματα