Ο Νεκρός

Dead Man

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

1995
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζιμ Τζάρμους
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Τζιμ Τζάρμους
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Τζόνι Ντεπ, Γκάρι Φάρμερ, Λανς Χένρικσεν, Μάικλ Γουίνκοτ, Ρόμπερτ Μίτσαμ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ρόμπι Μίλερ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Νιλ Γιανγκ
    ΜΟΝΤΑΖ: Τζέι Ραμπίνοβις
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 121' ΔΙΑΝΟΜΗ: Προοπτική
    <ARTICLE TITLE/>

«Η φρόνηση είναι μια πλούσια, άσχημη, γριά γεροντοκόρη, που τη φλερτάρει η ανικανότητα». Γουίλιαμ Μπλέικ

Από τον Γιάννη Δεληολάνη

Τι υπνηλία και τι κακό είναι αυτό που έχει πιάσει τον Τζόνι Ντεπ στην (έξοχη) καινούρια ταινία του Τζάρμους; Στο μισό φιλμ ο άνθρωπος νυστάζει, κοιμάται ή γενικώς έχει μια ανυπόφορη μουργέλα. Κι όμως, τελικά αποδεικνύεται πως  άλλοι νυστάζουν και άλλοι είναι αυτοί που κοιμούνται. Συγκεκριμένα, στη διάρκεια του «Νεκρού» η πραγματικότητα (εννοώντας πάντα το συνηθισμένο μέσο όρο της που αντιλαμβανόμαστε, έτσι;) είναι αυτή που, σχεδόν από την αρχή, σηκώνεται από το φιλμ, λέει ευχαριστώ και πάει για ύπνο. 

Τίποτε από τις προηγούμενες ταινίες του Τζάρμους δεν σε προετοιμάζει για το «Νεκρό». Η υπόθεση της ταινίας, ακόμα, χάνει το νόημά της να τη διηγείσαι. Προσέξτε: ένας νεαρός λογιστής από τη Φιλαδέλφεια χάνεται σ’ ένα παλιό Ουέστ – φάρσα, όπου ονειρικοί κανόνες κυβερνούν τα πάντα. Αυτό είναι όλο; Όχι βέβαια – ο άνθρωπός μας κυκλοφορεί από την αρχή με μια σφαίρα στο στήθος (πεθαίνει ή έχει ήδη πεθάνει;) και, για να γίνει το πράγμα πιο συναρπαστικό, συναντάει έναν γραφικό χοντρό Ινδιάνο ονόματι Κανένας, ο οποίο του αποκαλύπτει ότι στην πραγματικότητα δεν είναι ένας ετοιμοθάνατος λογιστής, αλλά το πνεύμα του ρομαντικού ποιητή Γουίλιαμ Μπλέικ που βρίσκεται εδώ (όπου, τέλος πάντων, κι αν είναι το εδώ της ταινίας) για να σκοτώνει, συνεχίζοντας έτσι το έργο του. 

Εντάξει; 

Όπως ίσως καταλάβατε, το πράγμα μυρίζει μεγάλη πλάκα από μακριά. Ωραία όλα αυτά τα μεταφυσικά, είναι και της μόδας, αλλά και πού αλλού θα βρούμε τον ηλεκτροφόρο Ίγκι Ποπ να παίζει τη γριά μαγείρισσα ή όλους τους άλλους ρόλους ερμηνευμένους από τους πιο απρόοπτους ανθρώπους: σίγουρα θα προσέξετε τον Τζον Χερτ, τον Ρόμπερτ Μίτσαμ, αλλά και τον απίστευτο πιστολέρο – κανίβαλο του Λανς Χένρικσον. Το χιούμορ λάμπει πανηγυρικά σε κάποιες σκηνές της ταινίας, και τότε έχεις την εντύπωση ότι ξαναβλέπεις για μια στιγμή την «Παγίδα του Νόμου» – που ο Τζάρμους σκηνοθέτησε το ’86- με τον τρομερό Ινδιάνο στη θέση του Μπενίνι και τον Τζόνι Ντεπ να αντικαθιστά… σωρευτικά τον Τομ Γουέιτς και τον Τον Λούρι. Μιλάμε βέβαια για ένα χιούμορ απρόβλεπτο, που εμφανίζεται και εξαφανίζεται με ίση ταχύτητα… Αυτά που συμβαίνουν στο «Νεκρό» όταν η μπαταρία του χιούμορ πέφτει, αποκαλύπτουν μια πολύ πιο ενδιαφέρουσα ταινία. Όταν το φιλμ εγκαταλείπεται με σιγουριά στο παράδοξο, πετυχαίνει μια περιστασιακή γεύση από σουρεαλισμό αλλά κι ένα υπόγειο φιλοσοφικό δέος, πολύ διακριτικό. Το δέος αυτό αφήνεται ελεύθερο… να αρμενίσει μαζί με τη βάρκα του φινάλε ( ποια βάρκα, λέτε;  Μα όλα θέλετε να τα μάθετε, επιτέλους; ) κι είναι το συναίσθημα που αφήνει τελικά την ποιοτική σφραγίδα του στην απρόοπτη, «ενοχλητική» περιπέτεια του «Νεκρού». 

Είναι πάντα καλό να συναντάς στην οθόνη κάτι απρόβλεπτο

Το γεγονός ότι το αργό τέμπο αυτής της εγκεφαλικής μεταφυσικής φάρσας θα ξενίσει ένα μέρος του κοινού δεν έχει σημασία για την αντικειμενική αξία της γλυκιάς κινηματογραφικής τρέλας του Τζάρμους. Ο «Νεκρός» συνδυάζει την πρωτοτυπία και την ευρηματικότητα με μια εντελώς προσωπική αισθητική ματιά. Ακόμα, ο Τζάρμους έχει αναπτύξει και τελειοποιήσει τις ικανότητές του στο μαυρόασπρο. Από μια (ισχυρή) άποψη, ο «Νεκρός» είναι η καλύτερη ταινία του, κρύβοντας πίσω από την αναρχική και κωμική προδιάθεση μια γνήσια μεταφυσική αλλά και – ναι! – ποιητική ευαισθησία. Για τον Τζάρμους, ο Γουίλιαμ Μπλέικ σίγουρα ζει… 

Από τα τεχνικά στοιχεία, η φωτογραφία, καλλιεργεί με τον γενικό της τόνο την αίσθηση του παράδοξου. Στο ασπρόμαυρο φόντο του, ο Μπλέικ του Τζόνι Ντεπ, μέσα στη συνεχή ζαλάδα του, γίνεται ένα δεύτερο (μακρινό αλλά ευδιάκριτο) ξαδέλφι του μόνιμα έκπληκτου και μπερδεμένου Χένρι στο «Eraserhead»… εκεί όμως εξαντλούνται οι ομοιότητες. 

Το «κολλημένο» σάουντρακ του Νιλ Γιανγκ δένει πολύ καλά με το ευρύτερο κόλλημα της ταινίας, προκρίνοντας τένα feeling ελεγείας μπροστά από την υπνωτική υπόκρουση. Ηθοποιίες; Δεν υπάρχουν ακριβώς. Ακόμα κι ο Τζόνι Ντεπ δεν κυνηγάει κανένα Όσκαρ, μια που ο «Νεκρός» συνεχώς και με ποικιλία μικρών τρόπων μας δείχνει ότι είναι μια ταινία παρέας, με τα μύρια πρόσωπα του καστ να βρίσκονται εκεί χάρη στην καλή τους θέληση.  

Είναι πάντα καλό να συναντάς στην οθόνη κάτι απρόβλεπτο, μα είναι ακόμη καλύτερο επειδή έρχεται από έναν σκηνοθέτη που εδώ και περισσότερα από δέκα χρόνια χαράζει υπομονετικά ένα δικό του δρόμο στο αμερικάνικο σινεμά. Ο «Νεκρός», ιδιότροπος κι εγωιστής, καλεί τους θεατές σε ένα άνευ όρων ψυχεδελικό ταξίδι, χαμηλότονο κι ελεύθερο. Ζητεί μάτια αναλόγων προσόντων για να ολοκληρώσει άξια τη μοναχική διαδρομή του μέσα στη θάλασσα των θεατών. 

Η κριτική της ταινίας «Ο Νεκρός» δημοσιεύθηκε στο τεύχος 68 του Περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ (Μάιος 1996).

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Ο Νεκρός
  • Ο Νεκρός