Ο Ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ

Good Will Hunting

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

ΗΠΑ, 1997
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γκας Βαν Σαντ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Ματ Ντέιμον, Μπεν Άφλεκ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Ματ Ντέιμον, Ρόμπιν Γουίλιαμς, Μπεν Άφλεκ, Μίνι Ντράιβερ, Στέλαν Σκάρσγκαρντ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ζαν Ιβ Εσκοφιέ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Ντάνι Έλφμαν
    ΜΟΝΤΑΖ: Πιέτρο Σκάλια
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 126’
    ΔΙΑΝΟΜΗ: ΣΠΕΝΤΖΟΣ ΦΙΛΜ
    <ARTICLE TITLE/>

Ο Γκας Βαν Σαντ ξανοίγεται στο Χόλιγουντ ή εκείνο σπεύδει να τον συναντήσει; Μάλλον το πρώτο συμβαίνει σ’ αυτή τη συγκινητική ιστορία (πλήρη δακρύων, αγκαλιών και μηνυμάτων) μιας νεαρής ιδιοφυΐας. Η παράδοση του σημαντικότερου ανεξάρτητου κινηματογραφιστή στο mainstream, όμως, δεν είναι άνευ όρων, αλλά ούτε και θα μπορούσε να ιδωθεί σαν ήττα…

Από τον Γιώργο Κρασσακόπουλο

Αν και είναι δύσκολο να συνδυάσεις τον σκηνοθέτη του «Drugstore Cowboy» και του «Δικού μου Άινταχο» με μια ταινία που το θέμα της μοιάζει να ζητάει όχι έναν εικονοκλάστη καλλιτέχνη αλλά έναν χαμηλότονο κινηματογραφιστή που να παραμερίζει προς χάριν της ιστορίας, δεν είναι και τόσο δύσκολο, διαβάζοντας απλώς την υπόθεση, να αντιληφθείς τα στοιχεία που τράβηξαν τον Βαν Σαντ στο σχέδιο.

Μερικά από τα βασικά στοιχεία της θεματικής του, άλλωστε, είναι πολύ εύκολο να εντοπιστούν στην ιστορία του Γουίλ Χάντινγκ, ενός εικοσάχρονου νεαρού που δουλεύει σαν καθαριστής στο ΜΙΤ και περνάει τον περισσότερο καιρό του πίνοντας με τους φίλους του στα μπαρ της νότιας Βοστώνης. Προικισμένος με φωτογραφική μνήμη κι ένα ιδιαίτερο μυαλό, είναι ικανός να αποστηθίζει τα πιο παράδοξα κείμενα και να τα έχει πάντοτε πρόχειρα για χρήση, καθώς και να λύνει με χαρακτηριστική ευκολία προχωρημένα μαθηματικά προβλήματα.

Η παράδοση του σημαντικότερου ανεξάρτητου κινηματογραφιστή στο mainstream δεν είναι άνευ όρων, αλλά ούτε και θα μπορούσε να ιδωθεί σαν ήττα

Αυτή του η ικανότητα κερδίζει την προσοχή ενός καθηγητή μαθηματικών του ΜΙΤ, ο οποίος τον παίρνει υπό την προστασία του και τον γλιτώνει από τα πρoβλήματά του με τον νόμο, υπό την προϋπόθεση να μελετάει μαθηματικά μαζί του και να βλέπει μια φορά την εβδομάδα έναν ψυχίατρο. Ιδιαίτερα απρόθυμος για το δεύτερο, ο Γουίλ απελπίζει μια σειρά από γιατρούς πριν συναντήσει έναν ανάλογα αταίριαστο χαρακτήρα, στο πρόσωπο ενός παλιού συμφοιτητή του προστάτη του. Βαθιά πληγωμένος από τον θάνατο της γυναίκας του από καρκίνο, ο γιατρός θα βρει, τελικά, μαζί με τον «ασθενή» του το δρόμο της «θεραπείας».

Αυτό που στα μάτια κάποιου άλλου θα ήταν απλώς μια τυπική «ψυχιατρική» ιστορία, οι συντεταγμένες της έτσι όπως καθορίζονται από τον Γκας Βαν Σαντ, τη φέρνουν πολύ πιο κοντά στο δικό του σύμπαν. Το κοινωνικό τοπίο του ήρωα, η αδυναμία του να ενταχθεί, η ιδιόμορφη «οικογένεια» που σχηματίζει με τους φίλους του, θα μπορούσαν να είχαν βγει από τη δική του πένα. Ο χαρακτήρας του Γουίλ δεν είναι το πρότυπο του καθαρού ήρωα, η αδυναμία του να ταιριάξει στον υπόλοιπο πλανήτη και ο πόνος που του προξενεί η διαφορετικότητα, όσο και το σκληρό παρελθόν του, δεν αφήνονται απλά να εννοηθούν, αλλά δίνονται μ’ έναν έντονο και αποτελεσματικό τρόπο.

Η οργή του ήρωα γίνεται οργή της ταινίας και η προβλεψιμότητα της ιστορίας απαλύνεται από την ιδιαίτερη σκηνοθεσία που αλλάζει τον τόνο, πολλές φορές δραματικά από τη μια στιγμή στην άλλη και ένα οπτικό στιλ που, αν και πολύ πιο χαλαρό απ’ ότι σε προηγούμενες δουλειές του, εξακολουθεί να παραμένει ιδιαίτερο και ενδιαφέρον. Το σενάριο, γραμμένο από τους δύο νεαρούς πρωταγωνιστές, Ματ Ντέιμον και Μπεν Άφλεκ, αν και γίνεται όλο και πιο προβλέψιμο και σχηματικό καθώς η ιστορία προχωράει προς τη λύση της, εξακολουθεί να παραμένει ενδιαφέρον και να καταφέρνει να ισορροπεί στη λεπτή γραμμή που χωρίζει τη συγκίνηση από τον μελοδραματισμό, δίχως να παραπαίει προς το δεύτερο.

Ο πρωταγωνιστής Ματ Ντέιμον είναι η αληθινή κινητήρια δύναμη του φιλμ. Δίνοντας μια εντυπωσιακή ερμηνεία σ’ έναν απαιτητικό ρόλο, χτίζει τον ήρωα σαν έναν πληγωμένο και σκληρό νεαρό, στέκεται πάνω από τις αδυναμίες του σεναρίου και καταφέρνει να μοιάζει κάθε άλλο παρά μονοδιάστατος. Μέρος των επαίνων αξίζει φυσικά και στον Βαν Σαντ που αποδεικνύεται ικανότατος στην καθοδήγηση των ηθοποιών του, κάνοντας όλο το υπόλοιπο καστ (η Μίνι Ντράιβερ είναι το πιο προφανές παράδειγμα) να ξεχωρίζει επίσης.

Εν τέλει, ακόμα και το αναμενόμενο happy end (μια παραχώρηση, καθώς η πίκρα δεν χωράει στα multiplexes) καταφέρνει να δείχνει κομψό και καλοδεχούμενο, όπως και ολόκληρη η ταινία που βρίσκεται, ούτως ή άλλως, πάντα ένα ή δύο βήματα πιο μπροστά από ανάλογα φιλμ της ίδιας λογικής….

Η κριτική της ταινίας δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 88 του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ, το Μάρτιο του 1998.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Ο Ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ
  • Ο Ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ