High Fidelity

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2000
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Στίβεν Φρίαρς
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Ντ. Β. Ντεβισέντις, Στιβ Πινκ, Τζον Κιούζακ, Σκοτ Ρόζενμπεργκ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Τζον Κιούζακ, Ιμπεν Χιέλε, Λίζα Μπονέ, Τζακ Μπλακ, Τοντ Λουίζο
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Σίμους ΜακΓκάρβεϊ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Χάουαρντ Σορ
    ΜΟΝΤΑΖ: Μικ Όντσλεϊ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 113’
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Προοπτική
    <ARTICLE TITLE/>

«Grownups are just silly children…»
Από το «Grownups» του Roy Harper

Από την Πόλυ Λυκούργου

Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας ανοίγει και μία κοπέλα με μια βαλίτσα βγαίνει από το διαμέρισμά και τη ζωή του ήρωα. Εκείνος κουλουριάζεται στο πάτωμα φορώντας τα ακουστικά του στερεοφωνικού του, αποφεύγοντας την πραγματικότητα που τον καλεί να δράσει και προτιμώντας να αφουγκράζεται τα σκρατς του βινυλίου και της καρδιάς του μέσα από το «You’re Gonna Miss Me» των Thirteen Floor Elevators.

Ο ήχος της εξώπορτας που κλείνει με δύναμη τον σπρώχνει προς το ανοιχτό παράθυρο και τη συνειδητοποίηση ότι όλα αυτά συμβαίνουν στον ίδιο και όχι στους στίχους ενός τραγουδιού. Η κοπέλα ήδη απομακρύνεται και εκείνος μόλις που προλαβαίνει να φωνάξει ότι «δεν του ήταν και τίποτα σημαντικό έτσι και αλλιώς». Κρίμα. Αν ήταν πιο κοντά θα μπορούσε να της έχει τραβήξει την κοτσίδα ή να την κλοτσήσει στο καλάμι.

Καλώς ήρθατε στη ζωή του… 35χρονου Ρομπ Γκόρντον. Από τότε που θυμάται τον εαυτό του λίγα πράγματα έχουν αλλάξει. Αν στο δημοτικό μάζευε «χαρτάκια», τώρα συλλέγει βινίλια. Στο «Champions Vinyl», το δισκάδικο που συντηρεί περισσότερο σαν αφορμή και σύμβολο μιας πεισμωμένα παρατεταμένης εφηβείας, παρά ως υγιή κερδοσκοπική επιχείρηση, η μουσική αποτελεί μέτρο αξιολόγησης των ανθρώπων και έξοδο κινδύνου από τις ευθύνες της πραγματικότητας.

Μία από τις πιο συγκινητικές, ειλικρινείς και ενήλικες αποδόσεις αντρικής ρομαντικής κομεντί

Μαζί με τους δύο υπαλλήλους του, τον υπερκινητικό φωνακλά Μπάρι και τον παθολογικά ντροπαλό Ντικ αναλώνονται σε 12ιντσες αμπελοσοφίες, κουίζ μουσικών γνώσεων και ατελείωτες λίστες που μετατρέπουν τη ζωή σε μία συλλογή από TOP-5. Η Λόρα, για παράδειγμα, δεν ήταν στη λίστα των πέντε πιο επώδυνων χωρισμών. Ή μήπως ήταν;

Ο Στίβεν Φρίαρς μεταφέρει το ομώνυμο μπεστ σέλερ του Νικ Χόρνμπι στην οθόνη και τα δρώμενα από τις underground γειτονιές του Λονδίνου στους υποβαθμισμένους δρόμους του βιομηχανικού Σικάγο. Τίποτα δε στερεί από την ιστορία το φλέγμα της. Τα διλήμματα του ήρωα αποτελούν περισσότερο θέμα φύλου παρά γεωγραφίας, ζητήματα ανασφαλειών και σχέσεων είναι, όπως και η μουσική, οικουμενικά, ενώ ο Φρίαρς, Βρετανός και ο ίδιος, σέβεται και διατηρεί το καυστικό χιούμορ και τη γήινη ατμόσφαιρα του βιβλίου κινηματογραφώντας τη σαν κομμάτι της πραγματικότητάς μας.

Από εκεί ξεπηδά ο Τζον Κιούζακ. Από τη γυμνασιακή γαλαρία, τα φοιτητικά πάρτι, το πίσω κάθισμα του μεταχειρισμένου αυτοκινήτου που χάσαμε ή κερδίσαμε την αθωότητά μας. Ένας συμμαθητής μας που έμεινε όπως τον αφήσαμε δέκα χρόνια πριν: μουλιάζοντας στην καταρρακτώδη βροχή να κρατά το κασετόφωνο με το «In Your Eyes» του Πίτερ Γκάμπριελ ψηλά.

Η μουσική αποτελεί μέτρο αξιολόγησης των ανθρώπων και έξοδο κινδύνου από τις ευθύνες της πραγματικότητας

Αν η Μεγκ Ράιαν είναι η επιλογή στην εκφορά των γυναικείων νευρώσεων, ο Κιούζακ είναι αναμφισβήτητα εκείνος που θα μας τρυπώσει κρυφά πίσω από την κουρτίνα του αντρικού μυαλού. Ο Φρίαρς τον σκηνοθετεί να αποκόβεται από το σύμπαν των υπόλοιπων καλογραμμένων δεύτερων χαρακτήρων, να κοιτάει κατάματα την κάμερα και να ξεγυμνώνει την αρσενική –Πίτερ Παν- φύση με κουταβίσιο βλέμμα και ένα χείμαρρο από αγωνιώδη εξομολογητικά μουρμουρητά.

Η Οδύσσεια της προσπάθειάς του να αποδεσμευτεί από το εφηβικό κουκούλι και, Θεός φυλάξοι, να ωριμάσει, δημοσιοποιείται και γι’ αυτό ξορκίζεται. Σαν να διαβάζουμε κρυφά το ημερολόγιό του ή να κρυφακούμε τις σκέψεις του μπροστά από τον αυτοσαρκαστικό του καθρέφτη.

Η ταινία έχει διαφημιστεί για την cult μουσική φύση της, αλλά διαθέτει πολλά παραπάνω. Μέσα από χιούμορ, παιδαριώδη στιγμιότυπα και αγορίστικες φαντασιώσεις μεταλλάσσεται σε μία από τις πιο συγκινητικές, ειλικρινείς και ενήλικες αποδόσεις… αντρικής ρομαντικής κομεντί. Μόνο που, όπως και οι άντρες, δε θα το παραδεχτεί ποτέ. Και έχει έτοιμο το ΤΟΠ-5 των επιχειρημάτων της.

Η κριτική της ταινίας δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο τεύχος 116 του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ, τον Οκτώβριο του 2000

 

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • High Fidelity
  • High Fidelity