Σκυλιά στην Χλόη

Lawn Dogs

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

1997
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ην. Βασίλειο
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζον Ντούιγκαν
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Ναόμι Γουάλας
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Σαμ Ρόκγουελ. Μίσα Μπάρτον, Κρίστοφερ ΜακΝτόναλντ, Κάθλιν Κουίνλαν
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Έλιοτ Ντέιβις
    MONTAZ: Χάμφρι Ντίξον
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Τρέβορ Τζόουνς
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 97' ΔΙΑΝΟΜΗ: ODEON
    <ARTICLE TITLE/>

Δύο άνθρωποι υπερβαίνουν το φράγμα της ηλικίας, του φύλου και της κοινωνικής τάξης, για να σχηματίσουν την ιδανική φιλία στις πιο ακατάλληλες γεωμετρικές συντεταγμένες. Ένα πανέμορφο παραμύθι για μεγάλους, που βραβεύτηκε πανηγυρικά από το κοινό των περσινών Νυχτών Πρεμιέρας.

Από τον Ρόμπι Εκσιέλ

Η Μπάμπα Γιάγκα παγίδευε, λέει, μικρά κοριτσάκια στην δέντρινη φωλιά της και μετά τα καταβρόχθιζε. Ένα από αυτά κατάφερε να το σκάσει, όμως, ενώ έτρεχε μέσα στο δάσος, σταμάτησε για να ταΐσει ένα σκυλί. Το τετράποδο προσφέρθηκε τότε να το βοηθήσει, δίνοντάς του μια χτένα και μια πετσέτα. Όταν θα έριχνε κάτω τη χτένα, ένα δάσος θα ξεφύτρωνε πίσω του. Κι όταν θα έριχνε την πετσέτα, ένα ποτάμι θα σχηματιζόταν, εμποδίζοντας την Μπάμπα Γιάγκα να περάσει.

Ο παλιός, ρωσικός λαϊκός μύθος πλανάται ως γνήσια αλληγορία της φυγής και της ευτυχίας από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό του μικρού αυτού φιλμικού διαμαντιού, που «κατεργάστηκε» με πειθαρχημένη αίσθηση της ακρίβειας και της σύνθεσης ο Εγγλέζος Τζον Ντούιγκαν, με βάση ένα πρωτότυπο σενάριο της βραβευμένης θεατρικής συγγραφέως Ναόμι Γουάλας.

Πλανάται, όμως, πρωτίστως ως παρηγοριά στη σκέψη και τα χείλη της 10χρονης Ντέβον, καθώς νιώθει φυλακισμένη στο χλιδάτο προάστιο του Κεντάκι, όπου μόλις εγκαταστάθηκε με τους κοινωνικά φιλόδοξους γονείς της. Ώσπου θα γνωρίσει τον 21χρονο Τρεντ, περιστασιακό κηπουρό στα μεσοαστικά σπίτια της περιοχής, που ζει ερμητικά σ’ ένα μισοκατεστραμμένο τροχόσπιτο μέσα στο δάσος. Ξένοι στην αρχή, φίλοι στη συνέχεια, αδέλφια στο τέλος.

Ο θεατρικής καταγωγής Ντούιγκαν, ελάχιστα γνωστός εκτός Αυστραλίας όπου έζησε και δούλεψε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, διαθέτει τη μοναδική ικανότητα να μετουσιώνει τον θεατρικό λόγο σε κινηματογραφικό, να εναρμονίζει την αυστηρότητα που επιτάσσει το σανίδι με τις εκφραστικές ελευθερίες που παρέχει η κινούμενη εικόνα. Ένα σοφό παιχνίδι αντιθέσεων και συνθέσεων οργανώνει ο διεισδυτικός φακός του για να σκιαγραφήσει τους δύο διαφορετικούς κόσμους: Σταθερά και μονότονα πλάνα για το στείρο, γεωμετρικά δομημένο περιβάλλον των προνομιούχων ενηλίκων, με την Ντέβον συνήθως στο μέσο του κάδρου και «αιχμαλωτισμένη» ανάμεσα στους δυο γονείς. Αέρινα και ευέλικτα πλάνα για τον ημιπρωτόγονο, ριζωμένο στο χώμα σύμπαν του Τρεντ, με την κίνηση να παίζει ρόλο πρωταγωνιστικό. Όσοι ένιωσαν ποτέ ως παιδιά την αληθινή μοναξιά της διαφορετικότητας και της παραμέλησης, θα καταλάβουν γιατί ο Τρεντ και η Ντέβον μοιράστηκαν τραύματα σωματικά - έχουν και οι δυο ουλές, εκείνη από επέμβαση στην καρδιά, εκείνος από σφαίρα στο πλευρό - και ψυχικά, πριν αναγάγουν τη φιλία τους σε αδελφική αγάπη. Όμως οι «μεγάλοι», καχύποπτοι και στενόμυαλοι, δεν πρόκειται να καταλάβουν. Η ίδια η ανηθικότητά τους είναι που δεν τους το επιτρέπει.

Πώς να ξεχωρίσει τη φύση της γνήσιας αθωότητας ο κρετίνος του προαστίου που περιφράσσει το σπίτι του σαν φρούριο για να καθορίζει ποιος μπορεί να μπαίνει στον κόσμο του και ποιος όχι… Η απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους και τις τάξεις στην Αμερική των περιχώρων αυξάνεται με… καπιταλιστική ακρίβεια, δηλώνει ο Ντούιγκαν. Ο πανικός της προστατευτικότητας. Συρματοπλέγματα θέλανε πριν από 200 χρόνια, τώρα τους αρκεί το «μιλιταριστικά» κοντοκουρεμένο γκαζόν. Πρέπει να το κουρεύεις το γκαζόν, γιατί σαν μεγαλώσει θα γίνει άγριο και ανυπότακτο - όπως τα παιδιά που στέκουν ανυπόμονα ένα βήμα πριν από την εφηβεία. Όσο πιο κοντό το γκαζόν, τόσο λευκότερο φαίνεται το μπαλάκι του γκολφ. Τόσο ευκολότερα βρίσκεις το λουκάνικο που γλίστρησε από το λαδογυαλισμένο μπάρμπεκιου. Τόσο λιγότερο σου τσιμπάει τ΄αχαμνά το χορτάρι, καθώς κουτουπώνεις στα κλεφτά τη γυναίκα του γείτονα, πριν γυρίσεις ξαλαφρωμένος στον καναπέ για να το παίξεις υποδειγματικός οικογενειάρχης.

Ας χτίσουμε, λοιπόν, μια υποδειγματική αλάνα από πράσινο, να φανεί πόσο άσπρο είναι το κούτελό μας, πόσο αμόλυντο το σπιτικό μας, πόσο υπάκουα τα «θηλυκά» μας. Άδικος κόπος. Η χλόη είναι ψεύτικη, χλοοτάπητας του εμπορίου. Και τα «σκυλιά», αλλού θέλουν να πάνε να παίξουν…

Η κριτική της ταινίας «Σκυλιά στην Χλόη» δημοσιεύθηκε στο τεύχος 94 του Περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ (Οκτώβριος 1998).

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Σκυλιά στην Χλόη
  • Σκυλιά στην Χλόη