Οι Γέφυρες του Μάντισον

The Bridges of Madison County

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

1995
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κλιντ Ιστγουντ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Ρίτσαρντ Λα Γκραβενίζ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Κλιντ Ιστγουντ, Μέριλ Στριπ, Ανι Κόρλεϊ, Βίκτορ Σλέζακ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Τζακ Γκριν
    MONTAZ: Τζόελ Κοξ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Λένι Νίχαουζ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 135' ΔΙΑΝΟΜΗ: ΕΛΚΕ
    <ARTICLE TITLE/>

Λίγη από τη ζεστασιά του Φορντ και αργοί ρυθμοί αλά Λεόνε, ως πρόσκληση σ’ έναν κόσμο που κανείς από αυτούς του δύο δεν θα εισερχόταν: Στον κόσμο της κομητείας του Μάντισον. Γύρω απ’ τις γέφυρές του γίναμε μάρτυρες της πιο ρομαντικής αλλά και της πιο κατά δικασμένης ερωτικής σχέσης των τελευταίων ετών.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Όταν ένας σκηνοθέτης καταπιάνεται με το πιο διαδεδομένο θέμα των πρώτων εκατό χρόνων του σινεμά, κακά τα ψέματα, παίρνει μεγάλο ρίσκο. Από την «Κυρία με τις Καμέλιες» έως την «Pretty Woman» κι από την «Άννα Καρένινα» ως και τα «Χρόνια της Αθωότητας», λίγες ήταν οι φορές που ειπώθηκε κάτι ουσιαστικά καινούριο πάνω στο θέμα του «αταίριαστου» έρωτα, όπως δείχνουν και οι εκατοντάδες ταινίες που στέφθηκαν την «ακάνθινο στέφανο» της ντεμοντέ αποτυχίας. Όταν, λοιπόν, μαθαίνει κανείς ότι το ρομαντικό best-seller του Ρόμπερτ Ουόλερ, «Οι Γέφυρες του Μάντισον», θα μεταφερθεί στον κινηματογράφο και μάλιστα από τον «τηλεοπτικό» Μπρους Μπέρεσφορντ, ρίγη επιφυλακτικότητας τον διαπερνούν.

Ο ιστγουντικός άνθρωπος χαρακτηρίζεται από την αδυναμία του να αντεπεξέλθει επιτυχώς σε διλήμματα

Κι αλήθεια, πόσοι από αυτούς που θα διάβασαν σε τούτο το βιβλίο την ιστορία της σχέσης ενός φωτογράφου - «πολίτη του κόσμου» - «που τους χρειάζεται όλους μα κανέναν ειδικά», και μιας Ιταλοαμερικάνας αγρότισσας παγιδευμένης σ’ έναν έγγαμο βίο «που δεν είναι ό,τι ακριβώς ονειρευόταν», θα βρήκαν εκείνη την ιδιαιτερότητα που θα δικαιολογούσε μια ακόμα ταινία του «είδους»; Ευτυχώς, πάντως που δεν τη βρήκε τελικά ο Μπέρεσφορντ αλλά ο Κλιντ Ίστγουντ – ένας από τους τρεις – τέσσερις πληρέστερους εν ζωή Αμερικάνους σκηνοθέτες. Αυτός βρήκε το «κάτι» που θα εξόπλιζε την ταινία με τ’ απαραίτητα για να ενταχθεί στο ιστγουντικό σύμπαν, μια ιδιαιτερότητα λεπτή αλλά διακριτική ελλειπτική και βαρύνουσα, που φωλιάζει κατευθείαν στην ψυχή των γνώριμων αντι-ηρώων του, αλλά ριζώνει κι εξαπλώνεται πάντοτε από το μυαλό και το λογικό τους.

Ο ιστγουντικός άνθρωπος χαρακτηρίζεται από την αδυναμία του να αντεπεξέλθει επιτυχώς σε διλήμματα και την ανικανότητά του να ζήσει ευτυχισμένος εξαιτίας πρότερων επιλογών. Ο αντι-ήρωας του Ίστγουντ βυθίζεται διαρκώς σ’ ένα βάλτο, όπου κάθε του κίνηση και προσπάθεια να σωθεί μοιάζει να τον «χώνει» και ένα μέτρο βαθύτερα. Αβοήθητος, σύρεται προς ένα αδυσώπητο τέλος σαν από μια μοίρα τραγική, η οποία όμως ποτέ στο έργο του Ίστγουντ δε ριζώνει σε μεταφυσικά εδάφη «θεϊκών» ή όποιων επιταγών.  

Ο μεγάλος και μοναδικός εχθρός του ιστγουντικού ήρωα είναι ο ίδιος του ο εαυτός, ο βεβαρημένος με τις λανθασμένες επιλογές που καταράστηκαν με κάθε μελλοντική στιγμή του, χρίζεται δε ήρωας και μόνο από αυτή την προσπάθεια να υπερνικήσει το εχθρικό του είναι.  

ένα δάκρυ βαθιάς ανθρωπιάς, σπαρακτικής ειλικρίνειας και οριακού πάθους

Οι «Γέφυρες του Μάντισον», όμως, δεν σταματούν εδώ. Ο Ίστγουντ ενσωματώνει τα κλασικά γνωρίσματα των ανθρώπων του στο χαρακτήρα της Φραντζέσκα (τουλάχιστον δέκα χρόνια είχε η Μέριλ Στριπ να δώσει τέτοια ερμηνεία) και πλάθει ένα πρωτόγνωρο στο έργο του τραγικό ανδρικό χαρακτήρα. Ο Ρόμπερτ (τον ερμηνεύει εξαίσια ο ίδιος ο Ίστγουντ) είναι το απόλυτο θύμα εξωγενών περιστάσεων, επιλογών κι αποφάσεων που έλαβαν χώρα ερήμην του. 

Ας μην πάμε όμως παραπέρα. Όταν χαμηλώσουν τα φώτα της αίθουσας θα διαπιστώσετε ιδίοις όμμασι ότι οι δέσμες των συναισθημάτων που εκτοξεύονται από το πανί είναι πανίσχυρες και καταλυτικές. Το βλέμμα του Ίστγουντ πιο ανθρώπινο και πιο διεισδυτικό από ποτέ, τυλίγει στοργικά κάθε στιγμή, ενώ δεν μας αφήνει ούτε λεπτό να αμφισβητήσουμε τη λατρεία που αισθάνεται για τους χαρακτήρες του. Τους πλησιάζει με μια «ανακριτική» λεπτομέρεια, τους πλανάρει με «δημοσιογραφική» εμμονή, τους αφουγκράζεται. Κι όμως, αισθάνεται πως, πάνω απ’ όλα και στα δικά του μάτια – όπως και σ’ αυτά των ανθρώπων του- τρεμοπαίζει ένα δάκρυ βαθιάς ανθρωπιάς, σπαρακτικής ειλικρίνειας και οριακού πάθους. Αρωγοί του, ένας πολύ αργός ρυθμός αφήγησης, δωρικά λιτός, που όμως, βήμα – βήμα, αλγεβρικά, προσεγγίζει κατευθείαν την ψυχή των ηρώων του. Είναι πια τόσο ώριμος σκηνοθετικά, τόσο σίγουρος για τον πλήρη έλεγχο που εξασκεί πάνω στα εκφραστικά του μέσα, που αφήνεται να εστιάσει εξαντλητικά στο «πώς» των τεκταινόμενων, επιτρέποντας σ’ ένα κοχλάζον «γιατί» να ρέει υπόγεια και βασανιστικά. Ο Κλιντ Ίστγουντ με τις «Γέφυρες του Μάντισον» έπιασε την κορυφή της τέχνης του. 

Ξεχάστε, λοιπόν, οτιδήποτε έχετε δει ως τα σήμερα σε ταινίες του «είδους». Κι αν μέχρι το διάλειμμα έχετε μία αόριστη déjà vu αίσθηση, μην ανησυχείτε, διότι ως το τέλος όχι μόνο θα έχετε πεισθεί για το ακριβώς αντίθετο, αλλά θα έχετε γευτεί και τα μεγαλύτερα δώρα που δίνει και παίρνει ένα έργο τέχνης και ο δημιουργός του: Ένα ευχαριστώ, ένα χαμόγελο κι ένα δάκρυ.  

Η κριτική της ταινίας «Οι Γέφυρες του Μάντισον» δημοσιεύθηκε στο τεύχος 62 του Περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ (Νοέμβριος 1995).

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Οι Γέφυρες του Μάντισον
  • Οι Γέφυρες του Μάντισον