Η Ιστορία των Παιχνιδιών

Toy Story

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

1995
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζον Λάσετερ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Τζος Γουέντον, Άντριου Στάντον, Τζόελ Κοέν, Άλεκ Σόκολοφ
    ΜΕ ΤΙΣ ΦΩΝΕΣ ΤΩΝ: Τομ Χανκς, Τιμ Άλεν, Ντον Ρικλς, Τζιμ Βάρνεϊ, Γουόλας Σον, Άνι Ποτς
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ραλφ Έκγλεστον
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Ράντι Νιούμαν
    ΜΟΝΤΑΖ: Ρόμπερτ Γκόρντον, Λι Άνκριτς
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 82’
    ΔΙΑΝΟΜΗ: ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ
    <ARTICLE TITLE/>

«Ως το άπειρο κι ακόμη παραπέρα» μας πηγαίνουν οι άψυχοι πρωταγωνιστές της ταινίας, ανασαίνοντας ζεστό, ανθρώπινο αέρα με τη βοήθεια τόσο της ηλεκτρονικής γραφιστικής όσο και του έξυπνου σεναρίου, σε μια περιπέτεια φτιαγμένη με κομπιούτερ και τρυφερότητα.

Από την Λήδα Γαλανού

Ο Γούντι, ο παλαίμαχος κάουμποϊ με τη φωνή του Τομ Χανκς, είναι το πιο αγαπημένο και προνομιούχο παιχνίδι του Άντι. Είναι ο παλαιότερος και εξυπνότερος, ο ηγέτης και οργανωτής ανάμεσα στον παιχνιδόκοσμο του σπιτιού που ζωντανεύει μόλις λείψει η ανθρώπινη παρουσία και μετουσιώνεται σε μια αυστηρά δομημένη κοινωνία όπου το κάθε παιχνίδι έχει τη θέση και το ρόλο του. Όταν όμως, ο Άντι αποκτά στα γενέθλιά του τον Μπαζ Λάιτγιαρ, τον πιο εξελιγμένο made-in-Taiwan διαστημάνθρωπο, εξοπλισμένο με φωνή, μηχανικά φτερά και ακτίνες λέιζερ, ξεσπά ανάμεσα σε δυο παιχνίδια ανταγωνισμός για την προτίμηση του ιδιοκτήτη τους. Η απόπειρα του Γούντι να ξεφορτωθεί μια και καλή τον Μπαζ παίρνει λάθος τροπή και οι δυο «εχθροί» βρίσκονται ξαφνικά στον απειλητικό έξω κόσμο, υποχρεωμένοι να ενώσουν τις δυνάμεις τους για να επιστρέψουν στο σπίτι.

Τα παιχνίδια που ζωντανεύουν είναι, μάλλον, συνηθισμένο τέχνασμα σε παιδικές -και όχι μόνο- ταινίες. Με τη διαφορά ότι εδώ το ίδιο γεγονός προσπερνάται με ευκολία και η έμφαση πέφτει στους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών που είναι τόσο καλοδουλεμένοι και ολοκληρωμένοι, ώστε να αντιμετωπίζουν με πειστικότητα ακόμα και υπαρξιακές αγωνίες. Ο Γούντι είναι ικανός και δραστήριος, πάντα καλοπροαίρετος. Γίνεται, όμως, επιπόλαια ανταγωνιστικός όταν νιώθει ανασφάλεια, επειδή περνά σε δεύτερη μοίρα εξαιτίας ενός εντυπωσιακότερου νεοφερμένου. Ακόμα και η κίνησή του υπογραμμίζει τις ιδιότητες του χαρακτήρα του: είναι μαλακιά και καμπυλωτή, σχεδόν ελαστική, σαν γνώριμο και πολυχρησιμοποιημένο μαξιλάρι.

Οι συντελεστές δεν παρασύρονται από την τεχνολογία σε ένα πανηγύρι επιδειξιομανίας

Ο Μπαζ, από την άλλη πλευρά, είναι ο ρομαντικός γίγαντας, παντοδύναμος, γυαλιστερός, γενναίος, αλλά κατά βάθος αθώος και αφελής. Η σκηνή όπου ο Μπαζ συνειδητοποιεί οτι είναι ένα πλαστικό παιχνίδι, ανίκανο να πετάξει πραγματικά και να σώσει το σύμπαν, είναι από τις πιο μελαγχολικές και συγκινητικές της ταινίας.

Η αναγνώριση της αυταπάτης ξεδιπλώνεται σε όλο της το μεγαλείο με συμπάθεια και χιούμορ. Οι κινήσεις του Μπαζ είναι θετικές, δυναμικές, αλλά και άχαρες, όπως ταιριάζει σ’ έναν ορθολογιστή πλαστικό διαστημάνθρωπο. Και τα υπόλοιπα παιχνίδια, ωστόσο, έχουν αναγνωρίσιμες προσωπικότητες: από τον εξυπνάκια, κομπλεξικό κύριο Πατατοκέφαλο και τον πιστό σκύλο-ελατήριο ως την αγριοσεξουάλα βοσκοπούλα-λαμπατέρ Μπο-Πιπ. Την παράσταση κλέβουν σαφώς τα πράσινα εξωγήινα πλασματάκια με τα τρία μάτια που λατρεύουν σαν Θεό τη δαγκάνα που κινείται και τα μαζεύει και με δέος ψιθυρίζουν «με διάλεξε».

Ο θεατής παίζει με τα παιχνίδια του και τους δίνει οντότητα και ρόλους, σε μια ιστορία σαν τις τόσες που πλάθαμε μικροί

Το «Toy Story» είναι ο καρπός της συνεργασίας της Disney και των Pixar Animation Studios και είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία που κατασκευάστηκε εξ ολοκλήρου με κομπιούτερ. Το γεγονός από μόνο του αρκεί για να προκαλέσει το ενδιαφέρον. Σε αντίθεση με το φυσικό περιβάλλον, τα ίδια παιχνίδια (και οι άνθρωποι, όπου εμφανίζονται) είναι πολύ αληθοφανή για να’ ναι άψυχα και πολύ ψεύτικα για να’ ναι αληθινά, πράγμα που στην αρχή δημιουργεί, ίσως, κάποια αμηχανία. Το αποτέλεσμα, όμως είναι να νιώθει ο θεατής ότι πραγματικά παίζει με τα παιχνίδια του και τους δίνει οντότητα και ρόλους, σε μια ιστορία σαν τις τόσες που πλάθαμε μικροί. Βέβαια, εδώ τα παιχνίδια έχουν στα χέρια τους το σενάριο και ξεδιπλώνουν την ιστορία τους για τον θεατή με πρωτοβουλία δική τους και του σκηνοθέτη Τζον Λάσετερ.

Γεγονός, πάντως, είναι οτι εκτός από το εντυπωσιακό τεχνικό επίτευγμα, τα μετρημένα ηθικά διδάγματα και τις ξεκαρδιστικές λεπτομέρειες, το μεγαλύτερο ατού της ταινίας είναι οι «ώριμες» στιγμές της που τη μετατρέπουν σε ένα buddy-movie με άφθονη δράση και ευαισθησία. Η αγωνία της καταδίωξης, το άδικο που πνίγει τον Γούντι όταν οι φίλοι του τον απαρνιούνται, η συντροφικότητα που δειλά δειλά αναπτύσσεται μεταξύ των δύο ηρώων, είναι σχεδιασμένα με μια αφέλεια και παιδική σοφία που κάνουν το θεατή να χαμογελά με συγκατάβαση. Το πλεονέκτημα, δηλαδή, δεν είναι το ίδιο το computer animation. Είναι το γεγονός οτι οι συντελεστές δεν παρασύρονται από την τεχνολογία σε ένα πανηγύρι επιδειξιομανίας, αλλά τη χρησιμοποιούν για να θεμελιώσουν το γλυκύτατο story και να χαρίσουν στο θεατή ένα δίωρο συναισθηματικού παιχνιδιού. Να τον γυρίσουν πίσω στην παιδική ανεμελιά.

Κι αν τα παιχνίδια της ταινίας σας φανούν πιο έξυπνα και αυτάρκη απ’ αυτά που είχατε εσείς, που ξέρετε τι έκαναν και τα δικά σας όταν γυρίζατε την πλάτη; Ο Άντι , τουλάχιστον, δεν κατάλαβε τίποτα.

Η κριτική της ταινίας «Toy Story» δημοσιεύθηκε στο τεύχος 67 του Περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ (Απρίλιος 1996).

 

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Η Ιστορία των Παιχνιδιών
  • Η Ιστορία των Παιχνιδιών