Daft Punk: Ένα κάποιο τέλος

Ένας επίλογος μετά από 28 χρόνια κοινής πορείας και μια αυλαία που ένδοξα κλείνει για το ηλεκτρονικό ντουέτο που ποτέ δεν κοιτάξαμε στα μάτια. Κυρίες, κύριοι και παιδιά, αυτοί ήταν οι Daft Punk. 

Από τον Χρήστο Πολίτη
Daft Punk: Ένα κάποιο τέλος

Ήταν ο Τόμας Μπάνγκλατερ και ο Γκι-Μανουέλ Ντε Όμεμ-Κρίστο, ή αλλιώς οι Daft Punk, και η είδηση της διάλυσης τους, απλώθηκε με βήμα γοργό σε κάθε ειδησεογραφικό portal.

Με ένα 8λεπτο βίντεο επέλεξαν να κάνουν την τελευταία αυτή υπόκλιση. Με τον τίτλο «Epilogue», και με έμπνευση από το μουσικό κομμάτι «Touch» του «Random Access Memories» και από το «Electroma», μια μεγάλου μήκους ταινία επιστημονικής φαντασίας που οι ίδιοι σκηνοθέτησαν το 2006, για την ιστορία δυο ρομπότ, που αναζητούν τον τρόπο για να γίνουν άνθρωποι, η τελευταία πράξη παραμένει πιστή στο avant-garde προφίλ τους.

Με μόλις τέσσερις στούντιο δίσκους, δυο ζωντανές ηχογραφήσεις και ένα από τα πιο μνημειώδη soundtracks της τελευταίας δεκαετίας για το «Tron: Legacy» στο ενεργητικό τους, οι Daft Punk από το 1993 μέχρι και σήμερα, όρισαν για περισσότερα από 25 χρόνια, την παγκόσμια ηλεκτρονική μουσική σκηνή, βραβεύτηκαν με Grammy και βρέθηκαν στις βραχείες λίστες του Billboard.

Με ευγενικό και πάντοτε εκλεπτυσμένο ρυθμό, με μια εμφάνιση που δεν επέτρεπε στο κοινό να δει τα πραγματικά πρόσωπά τους κάτω από τις μεγάλες μεταλλικές κάσκες τους, με sur-mesure επιμελημένα κοστούμια, το ακριβοθώρητο ντουέτο διατήρησε τη φήμη του αναλλοίωτη μέσα στις προηγούμενες δεκαετίες και πάντοτε η ποιότητά τους φάνταζε το πιο σημαντικό όπλο τους.

Με ξεκίνημα και έδρα τους την Γαλλία, με σπάνιες τηλεοπτικές εμφανίσεις ή συνεντεύξεις σε περιοδικά, και με προσήλωση στη μουσική τους, οι Daft Punk με «θεωρίες συνομωσίας» να τους ακολουθούν σχετικά με την ταυτότητά τους, αποτέλεσαν χαλαρή έμπνευση και για το υπέροχο φιλμ «Eden» της Μία Χάνσελ Λοβ.

Η ταινία ακολουθεί έναν νεαρό Γάλλο φοιτητή που ελπίζει να φτιάξει το δικό του DJ ντουέτο με τον κολλητό του, την ίδια στιγμή που δυο άλλοι φίλοι τους δημιουργούν τους Daft Punk, χωρίς ωστόσο ποτέ να τους κατονομάζει. Με βαθιά αγάπη στη μουσική, αλλά κυρίως στη φιλοσοφία τους, η Λοβ πλησιάζει και απομακρύνεται από το ντουέτο αφιερώνοντας την ταινία στις ηλεκτρονικές μουσικές μιας χούφτας ανθρώπων, που έμαθε να ζει μέσα από αυτές, αλλά κυρίως για αυτές.

Είναι αλήθεια πως τέτοιοι αποχωρισμοί, σημάνουν και το κλείσιμο ενός κύκλου και μιας εποχής που έμαθε σε μια ολόκληρη γενιά να αγαπά ένα καινούργιο «κάτι» στον ηλεκτρονικό ήχο. Ακόμα κι αν ποτέ δεν άκουσε τα πρόσωπα τους, είδε όμως ξεκάθαρα τις φωνές τους. Κι αυτό ήταν εκείνο το «κάτι».

Αντίο, κι ίσως κάποτε «ειδωθούμε» πάλι.

«Allen Vs Farrow»: Ο 30ετής πόλεμος μόλις αναζωπυρώθηκεΝέα Γενική Διευθύντρια της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου η Φαίδρα Βόκαλη