[Κριτική]: Η «μαύρη» εμπειρία στην «Θρυλική Μα Ρέινι»

Τέσσερα χρονιά μετά το «Fences», ο Ντενζέλ Ουάσινγκτον επιστρέφει στο σύμπαν του Όγκεστ Γουίλσον, αυτή τη φορά μόνο ως επιβλέπων παραγωγός. Εντυπωσιακές ερμηνείες και βαρυσήμαντο θέμα στοιχειοθετούν μια στέρεη, άκρως θεατρική, κινηματογραφική ταινία.

Από τον Ηλία Δημόπουλο
[Κριτική]: Η «μαύρη» εμπειρία στην «Θρυλική Μα Ρέινι»

Δύο θέσεις συγκρούονται στην «Θρυλική Μα Ρέινι», την ταινία για τη «μαμά» των μπλουζ: Η μία, κοσμοϊστορικής σημασίας, συνδέεται με την παρουσίαση στην μαζικότερη των τεχνών του «μαύρου ζητήματος», υπό το πρίσμα πλέον μιας ολοένα και πιο αποδεσμευόμενης πολιτικής άνεσης. Η άλλη, αισθητική αυτή και για λιγότερους, μάλλον, εξίσου κοσμοϊστορικής σημασίας, το πώς θα γίνει αυτό.

Το αισθητικό περίβλημα εδώ είναι αγκυρωμένο στην θεατρική καταβολή, ευλαβικό στο κείμενο και σχεδόν αμετακίνητο γύρω από τις σκηνικές του οδηγίες. Οι χώροι είναι δύο, αυτός της πρόβας και αυτός της ηχογράφησης. Οτιδήποτε άλλο στο σύντομης διάρκειας έργο (κάτι παραπάνω από 90 σφιχτά λεπτά), είναι συνδετικό, ίσα για να αναπνεύσουν κάπως τα ποιοτικά χαρακτηριστικά ανασύστασης εποχής.

Υπάρχουν κάμποσες ταινίες-δωματίου στην ιστορία του σινεμά: Το «Λεωφορείον ο Πόθος» του Καζάν, το «Ποιος Φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ;»του Νίκολς, οι «Δώδεκα Ένορκοι» του Λιούμετ, ο «Σιωπηλός Μάρτυρας» του Χίτσκοκ. Ακόμα και το «Carnage» του Πολάνσκι - για να μην πνιγούμε στα αριστουργήματα. Όλες τους, κατά την γνώμη του υπογράφοντος, είναι καλύτερες ταινίες από την «Θρυλική Μα Ρέινι», παρότι, με την εξαίρεση ίσως της ταινίας του Λιούμετ, καμμιά τους δεν πραγματεύεται ευθέως ένα σημαντικότερο ζήτημα. Ο λόγος είναι η φιλοσοφία της κατασκευής του έργου.

Εκ μέρους των ιθυνόντων δεν έγινε ουδεμία προσπάθεια να αμβλυνθεί η θεατρική εντύπωση. Πέρα ακόμα από τον βαρύ (παρότι συστηματικά έξοχο) διάλογο, που μπάζει το έργο πολύ επιθετικά, αναγκάζοντάς σε να διαβάζεις (καθότι η γλώσσα δεν είναι απροβλημάτιστη αν είσαι αλλόγλωσσος) αντί να βλέπεις, πέρα κι από το σφήνωμα των δύο χώρων, ο Τζορτζ Γουλφ, μπορεί να είναι ένας πολύπειρος και βραβευμένος (με Τόνι!) θεατρικός σκηνοθέτης, δεν έχει, ωστόσο, παρά υποτυπώδη σχέση με την κινηματογραφική γλώσσα του κάδρου. Άλλωστε, ομολογουμένως, είναι τόσος πολύς (και τόσο κρίσιμος) ο διάλογος, που πέρα από την ερμηνεία των ηθοποιών, είναι αδύνατον να προλάβαινε μέσω στησιμάτων τους και κίνησης/θέσης της μηχανής να πει κάτι περαιτέρω. Εξαίρεση, και αίτιο ανάτασης του έργου, η σκηνή που ο Μπόουζμαν χτυπά επανειλημμένα την πόρτα της αίθουσας της πρόβας για να βγει σε ένα τούβλινο αδιέξοδο. Μια σκηνή χωρίς διάλογο και το υπαρξιακό αδιέξοδο ενός χαρακτήρα χαρίζει άμεσο κινηματογραφικό κύρος στο έργο.

Ο Λέβι του (πολλαπλά συνταρακτικού) Τσάντγουικ Μπόουζμαν στον τελευταίο ρόλο του, είναι η αποκάλυψη και η ταινία του ανήκει τελικά ολόκληρη

Ωστόσο, πέρα από την εξυπηρετική θεατρικού σκηνοθεσία (τα κοντινά, η σκηνοθεσία του διαλόγου, συχνότερα μονολόγων, και η συνεισφορά της συνολικής καλλιτεχνικής διεύθυνσης θεωρούνται στοιχειώδη σε παραγωγή τέτοιας εμβέλειας), υπάρχει και η διεύθυνση των ηθοποιών. Κι εδώ υπάρχει μια ομοβροντία από επιβλητικούς Βαϊόλα Ντέιβις και Τσάντγουικ Μπόουζμαν. Το σε ποια κατηγορία των Όσκαρ θα ενταχθούν είναι διαδικαστικό, θεωρητικά και οι δύο σε Πρώτο Ρόλο, παρότι η πρώτη εμφανίζεται σε λιγότερο από το 1/3 του έργου. Για την Ντέιβις, εγνωσμένη η αξία εδώ και κάποια χρόνια. Έχει πάρει κιλά, τα έχει ενσωματώσει σε κάθε της κίνηση, σε κάθε της μορφασμό, σ’ ένα αγέρωχο, γεμάτο άχθος πρόσωπο, πλήρες οδύνης, προκειμένου να αποτυπώσει τον χαρακτήρα της επίκτητης μαύρης Υπερηφάνειας, της κάθε μέρα δουλεμένης, κάθε μέρα κερδισμένης.

Ο Λέβι του (πολλαπλά συνταρακτικού) Τσάντγουικ Μπόουζμαν στον τελευταίο ρόλο του όμως, είναι η αποκάλυψη και η ταινία του ανήκει τελικά ολόκληρη σαν εντύπωση. Υπερκινητικός, χωρίς να χάνει ποτέ ημιτόνιο απόχρωσης ανάμεσα στο ανεπούλωτο τραύμα και τη νεανική, αισθαντική ορμή, ο Λέβι εκπροσωπεί την Οργή απέναντι στην Υπερηφάνεια της Μα Ρέινι. Δεν μπορεί να δει πέρα από το παρών του, δεν σπάει ποτέ τις αλυσίδες του παρελθόντος του, ενώ, δυστυχώς, όπως συμβαίνει συνήθως σε ανθρώπους του χαρακτήρα του, ζει την ψευδαίσθηση της (μεταξύ άλλων, ρατσιστικής) παντογνωσίας του. Η έκβασή του δεν μπορεί να είναι παρά αυτή που του επιφυλάσσει έξοχα ο Γουίλσον, ενώ το καλοραμμένο μοντάζ στην έκφραση της Μα στο φινάλε, σημειώνει την σοφία της να έρχεται από εκεί που αλυσοδένεται ο Λέβι, παραμένοντας ωστόσο βουβά οδυρόμενη για την «μαύρη» εμπειρία. Που το ειρωνικό φινάλε, των λευκών τραγουδιστών που μετατρέπουν την μαύρη ζωή σε ψυχαγωγία, θα υπογραμμίσει.

Είναι κρίμα που το έργο δεν βρήκε περισσότερους κινηματογραφικούς τρόπους για να επισημάνει το μεγαλείο του κειμένου, κι έτσι ωστόσο, ειδικά στην ιστορική στιγμή που ζούμε, το έργο ανάγεται στην σφαίρα της ακρογωνιαίας σημασίας.  

INFO:
H ταινία προβάλλεται στο Netflix

Βασίλης Αλεξάκης (1943-2021): Η κινηματογραφική ποίηση των λέξεωνΒραβεία Gotham: Mεγάλος νικητής το «Nomadland» της Κλόι Τζάο