[Κριτική] Στο «Soul», η Pixar γιορτάζει μετά μουσικής το μέγα ερώτημα της ύπαρξης

Ένας καθηγητής μουσικής που αρνείται να εγκαταλείψει τα εγκόσμια πάνω που έχει την ευκαιρία να κυνηγήσει επιτέλους καριέρα μουσικού και μία αγέννητη ψυχή η οποία δεν έχει κανένα κίνητρο να κατέβει στη Γη, συναντιούνται σε ένα αιθέριο και υπερβατικά ιντριγκαδόρικο σύμπαν, με την υπογραφή της αστείρευτης ομάδας που μας έχει χαρίσει διαμάντια σαν το «Inside Out», το «Wall-E» και το «Up».

Από τον Νεκτάριο Σάκκα
[Κριτική] Στο «Soul», η Pixar γιορτάζει μετά μουσικής το μέγα ερώτημα της ύπαρξης

Σαν να πρόκειται για το τζαζ αδερφάκι του «Inside Out» και του απίθανου ανθρωπομορφικού κόσμου συναισθημάτων που αυτό μας χάρισε, το «Soul» απευθύνει πρόσκληση για ένα ανάλογης αισθητικής ταξίδι σε αυτό το μέγα μυστήριο που αποκαλούμε ψυχή. Τρυφερό και ξεσηκωτικά ανάλαφρο, ειλικρινές και σε σημεία ξεκαρδιστικό, σταθερά πνευματώδες και συνάμα απολαυστικό στο να μορφοποιεί ευρηματικά το άυλο, το νέο φιλμ της Pixar αποτελεί μεταξύ άλλων μια animation γιορτή του μεταφυσικού αποδεικνύοντας πως έχει θέση στο πάνω ράφι της εκλεκτής συλλογής της. Κυρίως γιατί υπηρετεί στο ακέραιο τον σκοπό που μέχρι σήμερα έχουν εκπληρώσει όλα τα σημαντικά φιλμ του στούντιο, από το πρώτο «Toy Story» και το «Wall-E» μέχρι το «Up»: την επινόηση ενός κοινού κινηματογραφικού τόπου που χωρά εξίσου το ανήλικο και το ενήλικο κοινό.

Μιλώντας για κοινό, η Disney αποφάσισε να διανείμει το «Soul» μέσω της πλατφόρμας της αντί να το κρατήσει για τη μεγάλη οθόνη όπου δικαιωματικά ανήκει. Όχι φυσικά πως εκείνο δυσκολεύτηκε να βρει ανταπόκριση μέσω της εδραιωμένης πια διαδικτυακής οδού. Υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Πιτ Ντόκτερ («Monsters Inc», «Up», «Inside Out») και την περίφημη πια επινοητικότητα μιας ομάδας παραγωγής που παρά τους περιορισμούς της καραντίνας βρέθηκε και πάλι σε μεγάλη φόρμα, το πολλά υποσχόμενο animation μας ήρθε με τον αέρα του instant classic που διεκδικεί να προσθέσει (ξανά) κάτι φρέσκο στον ήδη πληθωρικό μύθο της Pixar. Ξεκινώντας από το γεγονός ότι είναι η πρώτη φορά που ταινία της έχει αφροαμερικανό πρωταγωνιστή, με τα στοιχεία της μαύρης κουλτούρας να περνούν μέσα από το κυρίαρχο εδώ συστατικό της μουσικής (κυρίως τζαζ).

Τρυφερό και ξεσηκωτικά ανάλαφρο, ειλικρινές και σε σημεία ξεκαρδιστικό, σταθερά πνευματώδες και συνάμα απολαυστικό στο να μορφοποιεί ευρηματικά το άυλο

Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας λοιπόν είναι ο Τζο Γκάρντνερ (τη φωνή του χαρίζει ο Τζέιμι Φοξ). Ένας άσημος καθηγητής μουσικής σε γυμνάσιο της Νέας Υόρκης, ο οποίος την ίδια μέρα που θα αγγίξει το όνειρο μιας καριέρας ως τζαζ πιανίστας, θα έχει την ατυχία να βρεθεί εγκλωβισμένος σε μια μεσοβέζικη κατάσταση μεταξύ ζωής και θανάτου. Αφού η ψυχή του ξεγλιστρήσει στο τσακ από το Μεγάλο Μετά (κοινώς το θάνατο), η πολυπόθητη επιστροφή στα εγκόσμια προκειμένου να δώσει το παρών στο παρθενικό του live ως μουσικός περνάει πρώτα μέσα από το Μεγάλο Πριν: έναν κόσμο μακαριότητας και άπειρων πιθανοτήτων που μοιάζει με απέραντο δημιουργικό παιδότοπο στον οποίο οι αγέννητες ψυχές προετοιμάζονται για το πέρασμά τους στη Γη.

Εκεί ο Τζο θα συναντήσει την 22 (Τίνα Φέι), μια ατίθαση ψυχή που εδώ και αιώνες αρνείται να γεννηθεί, ούσα βολεμένη στην απάθεια για το οτιδήποτε. Σύντομα, ο καλοκάγαθος καθηγητής που δε βλέπει την ώρα να αφήσει την εργασιακή ασφάλεια του σχολείου για το μεγάλο του πάθος, καταλαβαίνει πως η μοίρα του θα κριθεί από το κατά πόσο θα γίνει ο κατάλληλος μέντορας για την 22, προκειμένου να τη βοηθήσει να βρει τι πραγματικά την εμπνέει, μπας και φιλοτιμηθεί να κατέβει στη Γη.

Τα σεναριακά ευρήματα είναι πάμπολλα, αισθητικά βασισμένα ωστόσο στο υπέροχο προηγούμενο του «Inside Out»

Ανάμεσα λοιπόν σε μία αγέννητη ψυχή που σνομπάρει να ενσαρκωθεί και μια άλλη που έχει γευτεί τη χαρά της ζωής και δε θέλει με τίποτα να αποδημήσει πάνω στο καλύτερο, η δημιουργική ομάδα της Pixar στήνει ουσιαστικά ένα buddy movie κατά το οποίο οι δύο πρωταγωνιστές κερδίζουν σε αυτογνωσία καθώς ξεφεύγουν από την στενωπό του εγωκεντρισμού τους. Τα σεναριακά ευρήματα είναι πάμπολλα, αισθητικά βασισμένα ωστόσο στο υπέροχο προηγούμενο του «Inside Out», ξεκινώντας από τις άχρονες δισδιάστατες μορφές που διοικούν το Μεγάλο Πριν και παραπέμπουν ευθέως στον κυβισμό και τον Πικάσο και καταλήγοντας σε ένα γατί που παίζει καθοριστικό ρόλο στην υπόθεση, με τα ανάλογα σπαρταριστά ευτράπελα που εύκολα μπορεί κανείς να φανταστεί. Επιπλέον, από το αλαφροΐσκιωτο σύμπαν που υπάρχει εν αγνοία του φυσικού κόσμου δε θα μπορούσε να λείπει το στοιχείο της ψυχεδέλειας, αλλά και σκοτεινά μέρη όπως η κοιλάδα των χαμένων ψυχών, των ζωντανών δηλαδή που είδαν την επιθυμία τους να γλιστρά στην άβυσσο της εμμονής.

Όλα αυτά μπορεί να θυμίζουν έντονα στοιχεία και μορφές που συναντήσαμε στο «Inside Out», η πρωτοτυπία ωστόσο εδώ κρύβεται αλλού. Όπως για παράδειγμα στους τρόπους με τους οποίους το «Soul» σατιρίζει το πεπερασμένο της ανθρώπινης αντίληψης. Ή στο πώς ο αυτοσχεδιαστικός χαρακτήρας της τζαζ που τόσο αγαπά ο Τζο κουμπώνει τέλεια με την αχαρτογράφητη φύση της αναζήτησης πάνω στο τι μπορεί να είναι αυτό που θα εμπνεύσει επιτέλους την 22. Ή το πόσο αξιολάτρευτα ένα Τζέρι (έτσι ονομάζονται οι συντονιστές του Μεγάλου Πριν) τιθασεύει τις αγέννητες ψυχές που μοιάζουν με χαρωπά νήπια, σε αντιδιαστολή με τον Τέρι, τον ψυχαναγκαστικό λογιστή του Μεγάλου Μετά, που αφού έχασε στο μέτρημα τον Τζο θέλει τώρα πάση θυσία να τον οδηγήσει στη νομοτέλεια από την οποία ο τελευταίος πασχίζει να ξεφύγει. Για να μην παραλείψουμε το γεγονός ότι σε ένα φιλμ δεδομένης ευαισθησίας ως προς ζητήματα διαφορετικότητας και φυλής, όλες οι ψυχές παρουσιάζονται με το ίδιο, φωσφοριζέ μπλε χρώμα, σε ένα απλό κι αθόρυβο statement ενάντια στον ρατσισμό.

Στην ψυχή του «Soul» φωλιάζει πρωτίστως η μουσική

Μιλώντας όμως για το «Soul», είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε πως στην ψυχή του φωλιάζει πρωτίστως η μουσική, με τις παιχνιδιάρικες τζαζ συνθέσεις του Τζον Μπατίστ αφενός, και το αιθέριο ηλεκτρονικό score των Τρεντ Ρέζνορ και Άτικους Ρος αφετέρου, να δίνουν ένα τονικά πολυσυλλεκτικό σχήμα στην αφήγηση, είτε αυτή τρέχει στην πολύβουη Νέα Υόρκη είτε πέρα από τα εγκόσμια.

Και αν το καλοσκεφτούμε, ίσως να είναι τελικά η μουσική, με την αστείρευτη ετερότητα και οικουμενικότητα της, το πλέον κατάλληλο υλικό για να χτιστεί μπροστά στα μάτια μας μια καταληπτή εκδοχή των προαιώνιων υπερβατικών αγωνιών μας πάνω στο τι είμαστε, αν έχουμε σκοπό, τι μας κάνει μοναδικούς, από πού ερχόμαστε και πού πάμε. Κοινώς, τα αστέρια της Pixar τα κατάφεραν πάλι.

Βαθμολογία: ★★★ 1/2

INFO:
Το «Soul» προβάλλεται από το Disney+.

[Βραβεία] Τo National Society of Film Critics της Αμερικής ψηφίζει «Nomadland» για Καλύτερη Ταινία673 επαγγελματίες του οπτικοακουστικού τομέα ζητούν μια εθνική αναπτυξιακή στρατηγική για τον Κινηματογράφο