Μετά το Γάμο

After the Wedding

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2019
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μπαρτ Φρόιντλικ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Μπαρτ Φρόιντλικ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Μισέλ Γουίλιαμς, Τζούλιαν Μουρ, Μπίλι Κράνταπ, Άμπι Κουίν
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Χούλιο Μάκατ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Μάικλ Ντάνα
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 112'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Odeon
    <ARTICLE TITLE/>

Ριμέικ-μάθημα κινηματογράφου. Όχι λόγω ποιότητας ή ανωτερότητας σε σχέση με τη δανέζικη ταινία του 2006, αλλά ως ένδειξη όλων εκείνων των λεπτών και πάμπολλων γεγονότων που συνθέτουν μια ταινία και μπορούν να την γείρουν προς τη μια ή την άλλη μεριά.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Υπάρχει μια διάχυτη εντύπωση σχετικά με την κριτική πως θεωρεί το μελόδραμα ποιοτικά κατώτερο. Πρόκειται περί μεγάλης ανακρίβειας. Η κριτική ιστορία από το κλασικό χολιγουντιανό δράμα και τον Ντάγκλας Σερκ, μέχρι τον Φασμπίντερ και τον Αλμοδοβάρ δηλώνει διαφορετικά. Υπάρχει όμως μια λεπτή πτυχή στο μελόδραμα που αν δεν προσεχθεί το εκχυδαΐζει αβάσταχτα. Καθώς το μελόδραμα βασίζεται στον συναισθηματισμό, τα δραματικά υπερβολικά twists και την επανάπαυση στο εφέ που δημιουργεί στον θεατή η ενασχόληση με ό,τι μπορεί να θεωρηθεί συγκινητικό (ο έρωτας, η προδοσία, η κατάκτηση μιας «κορυφής», η ζήλια, η αθωότητα ενός άδικα κατηγορούμενου- πράγματα δηλαδή με τα οποία ταυτίζεται μαζικά το κοινό), συν βέβαια και την απαραίτητη υποδεικτική μουσική πάνω στη δράση (εξού και το «μελό»), οι ισορροπίες που πρέπει να τηρηθούν για να μην πας μετωπικά στην δημαγωγία του λαϊκίστικου (αντί λαϊκού) σινεμά είναι λεπτές και δύσκολες.

Φυσικά μελό χωρίς κλάμα δεν γίνεται - εκτός αν είναι ένα πλήρως αποτυχημένο μελό. Το ζητούμενο λοιπόν είναι να έχεις κερδίσει το κλάμα. Κι αυτό θα συμβεί αν οι χαρακτήρες είναι πιστευτοί, αν η δράση έχει εστιασμένη την ισχύ της, αν οι ηθοποιοί παίζουν καλά και αν βέβαια η ιστορία καθαυτή σε έλκει να συνδεθείς με τα τεκταινόμενα. Αυτά δεν είναι εύκολα πράγματα. Η ιστορία του σινεμά είναι γεμάτη μελοδράματα τόσο εξωφρενικά τυποποιημένα στην πλοκή τους (η Ελλάδα διακρίνεται σε τέτοια οικογενειακά, προσφυγικά κι ερωτικά μελοδράματα) που εκταμίευσαν την τεράστια οικονομική σημασία του να κάνεις ταινίες που «θα πιάσουν το λαό». Δεν πειράζει, ο κόσμος θα συνεχίσει να γυρίζει κανονικά, αλλά καλλιτεχνικά οι ταινίες αυτές μόνο σε μικροχειρουργικά επιμέρους στιγμές έχουν καλλιτεχνική σημασία. Μπορεί να μας αρέσει (ή μπορεί και καθόλου) αλλά αυτό σχέση με την αρτιότητα του σινεμά δεν διατηρεί.

O Φρόιντλικ δεν μπορεί να καταλάβει για τις γυναίκες του ηρωίδες λεπτότητες που η Μπίερ καταλάβαινε για τους άντρες της

Τα παραπάνω είναι μια εισαγωγή για το ριμέικ της ταινίας της Σούζαν Μπίερ που, για κακή μας τύχη εδώ στην αμερικανική εκδοχή, το μελόδραμα το παίζει στα δάχτυλα. Όλα λοιπόν εδώ δεν ξεκινούν μάλλον από το σενάριο, μιας και ο αδιάκοπα μέτριος σκηνοθέτης Μπαρτ Φρόιντλικ (όχι λιγότερο συμπαθής πάντως εξ αυτού, ιδίως με το ντεμπούτο του «Ο Μύθος των Αποτυπωμάτων» του 1997, ξανά με την Τζούλιαν Μουρ), πειράζει ελάχιστα το πρωτότυπο σενάριο, οι διάλογοι και οι σκηνές είναι παραπλήσιες. Βέβαια, θα σου πει κάποιος, σενάριο είναι οι θέσεις της κάμερας, είναι η υπόδειξη των cut στο μοντάζ, είναι η ώρα της ημέρας, είναι το ντεκουπάζ, είναι τα...πάντα. Θα σου πει ότι το σενάριο των δύο ταινιών δεν είναι ίδιο, η ιστορία είναι.

Από μια τέτοια συζήτηση δεν βγαίνει νόημα όμως. Κάποιος έχει τον τελικό έλεγχο. Κάποιος αποφασίζει τη σειρά των πλάνων και των σκηνών. Πώς θα κλάψει ο ηθοποιός (η εγκληματική τελική σκηνή της, πάντα εξαιρετικής, Μουρ). Πόσο θα διαρκέσει μια σκηνή (μερικές σταματούν και μένεις απορημένος στο τι εξυπηρετήθηκε τελικά - ας πούμε η πρώτη της μεθυσμένης Μουρ). Γιατί η χαρακτηρολογική εστίαση φλουτάρει τελικά τόσο πολύ και καταλήγουμε να βλέπουμε στο φινάλε έναν χαρακτήρα που στο χαρτί είναι στο επίκεντρο αλλά στη δράση έχει γίνει σχεδόν κομπάρσος. Ποια είναι η εικαστική του έργου και πώς επηρεάζει ΚΑΘΕ σκηνή και φορτίζει χαρακτήρα ηρώων και ταινίας. Γιατί ο ανδρικός χαρακτήρας έπεσε τόσο πολύ θύμα του #metoo. Και πολλά ακόμα. (Και όντως αλλάξανε τα φύλα εδώ σε σχέση με το έργο της Μπίερ -που είχε φτάσει ως την πεντάδα του Ξενόγλωσσου Όσκαρ, το έχασε από τις «Ζωές των Άλλων»- αλλάξανε και τα...φώτα όμως μιας και ο άνδρας Φρόιντλικ εδώ δεν μπορεί να καταλάβει για τις γυναίκες του ηρωίδες λεπτότητες που η γυναίκα Μπίερ καταλάβαινε για τους άντρες της).

Απομένουν φιλότιμοι άπαντες, με την Μισέλ Γουίλιαμς να κάνει τις ωραίες, ερμηνευτικές διατάσεις της (για κάποια επόμενη, καλύτερη ταινία), την Τζούλιαν Μουρ να πρέπει να δικαιολογήσει και πραγματολογικά παράταιρα (στα 60 της υποδύεται 50άρα μάνα 8χρονων), τον Κράνταπ να είναι στέρεος, χωρίς πολλές-πολλές πρωτοβουλίες και ατυχώς πάντα τόσο μα τόσο καλοχτενισμένος και μια ιστορία διαταξικής, διαχρονικής, εθνογραφικής, κοινωνιολογικής, αισθηματικής, οικογενειακής και γονεϊκής σημασίας να είναι στο τέλος, έτσι απλά, ένα...μελόδραμα.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Μετά το Γάμο
  • Μετά το Γάμο