Αντρέι Ταρκόφσκι: Σινεμά Σαν Προσευχή

Andrey Tarkovsky. A Cinema Prayer

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2019
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ιταλία, Ρωσία, Σουηδία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αντρέι Α. Ταρκόφσκι
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Αντρέι Α. Ταρκόφσκι
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Αλεξέι Ναϊντένοφ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 97'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Carousel
    <ARTICLE TITLE/>

O Αντρέι Ταρκόφσκι υιός ενώνει τις παλάμες του κι αφήνει τον τόσο πρόωρα εκλιπόντα πατέρα του να έρθει ξανά κοντά μας, να τον ακούσουμε, να τον δούμε, να μιλήσουν τα κάδρα και οι ποιήσεις του. Έστω για 97 λεπτά.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Υπάρχει μια συνθήκη που πρέπει να ακολουθήσεις και να υπακούς μέσα σου γράφοντας για οτιδήποτε άρρηκτα συνδεόμενο με τον Αντρέι Ταρκόφσκι και το έργο του. Μια συνθήκη με δύο όρους, έναν ουσιωδώς ασήμαντο κι έναν βαρυσήμαντο. Ο ένας είναι η υπακοή στη συνθήκη των αστεριών, μια ολότελα λάθος κατάσταση μιλώντας σοβαρά περί τέχνης. Ξεπερνιέται με ευκολία, καθώς ο εκχυδαϊσμός μιας αποτίμησης (και περισσότερο ασφαλώς ενός έργου τέχνης) καταλήγει  σε ένα κοινό, άνευρο, και ολίγον χιουμοριστικό, πάτημα ενός κουμπιού. Ο άλλος όμως σηκώνει κουβέντα.

Συλλογιζόμενος κανείς ένα έργο συνειδητά και απόλυτα οντολογικό, ένα έργο δηλαδή που πραγματεύεται τον άνθρωπο, την καταγωγή, την διαγωγή και την αναγωγή του σε ότι τέλος πάντων είναι αυτό που καταλήγεις ότι εννοιοδοτεί την ζωή του, η πολλή ομίχλη πρέπει να εξανεμιστεί, το κατά δύναμη πολύ έρμα να μείνει πίσω. Κι αυτό συμπεριλαμβάνει, αν η τι άλλο από σεβασμό σε έναν άνθρωπο που η σκέψη και το έργο του επωμίστηκαν όλα εκείνα που η σημερινή κατάσταση εξοβελίζει ως δευτερεύοντα, και τις προσωπικές αδυναμίες του (κάθε) γράφοντος. Επιθυμίες που συνήθως στην περίπτωση της αβασάνιστης κριτικής (ενίοτε και της βασανισμένης) συνοψίζονται στην έπαρση, την συχνά αναντίστοιχη βεβαιότητα μας ότι καταπιανόμενοι με οτιδήποτε ισοδυναμεί με την επαρκή αποπεράτωσή του. Δεν πάει έτσι.

Έτσι λοιπόν κρίνω δέον να χαμηλώσω λίγο ακόμα το βλέμμα από το ενδεχομένως επηρμένο υψιτενές και να αποδεχθώ το ευκρινές: Ένα ντοκιμαντέρ για τον Αντρέι Ταρκόφσκι, και μάλιστα από τον ίδιο του τον γιο, στηριγμένο εξ ολοκλήρου στις λέξεις και τις σκέψεις του, δεν είναι δυνατόν, όχι για αυτό το πληκτρολόγιο τουλάχιστον, να προσεγγιστεί, να αναλυθεί και να ανασυντεθεί, έστω, στην πιο φιλόξενη σελίδα κριτικής. Τούτη η «Προσευχή Κινηματογράφου» έχει την περίπου άγια ιδιαιτερότητα, την εξ αίματος αποκτημένη, να είναι (κάτι σαν) μια ακόμα ταινία του Ταρκόφσκι. Βλέποντάς την, πραγματοποιώντας κι ένα μικρό άλμα, ευκολότατο από την αναστολή της δυσπιστίας και την αγάπη στον ίδιο τον δημιουργό, είσαι μάρτυς της νοητής συνέχειας του «Μαρτυρολογίου», του «Σμιλεύοντας τον Χρόνο» και της σειράς των 7 κινηματογραφικών στοχασμών/προσευχών μεγάλου μήκους που πρόφτασε στον σύντομο βίο του. Κι αν το συναισθάνεσαι αυτό καταλαβαίνεις ακόμα καλύτερα γιατί η περίληψη για λόγους εκλαΐκευσης και προτροπής ενός κοινού (ένα μέρος του οποίου ξέρει ήδη τι πρέπει να κάνει) είναι απαγορευμένη. Σύσσωμο, άλλωστε, το έργο του Αντρέι Ταρκόφσκι καλεί καθέναν μας σε προσωπική διερώτηση, ενέργεια, ποιητικότητα (δηλαδή δημιουργία), με μια λέξη, πνευματικότητα.

Είναι τόσες πολλές οι έννοιες, τόση πολλή και η έγνοια, τόσες πολλές οι διαπιστώσεις, τόση πολλή και η Πίστη, τόσο ευρύς ο καμβάς που στοιχειοθετείται από την σκέψη του Ρώσου δημιουργού, που η επιλογή ενός στοιχείου θα ήταν σαν να τραβούσες απερίσκεπτα τον ακρογωνιαίο λίθο ενός οικοδομήματος και μετά ανεύθυνα να αποχαιρετούσες την κατάρρευσή του. Ο Ταρκόφσκι εννοεί την δημιουργία σαν προσευχή. Κι ως προσευχή εσωκλείει την υποταγή του ατόμου στο ανώτερο, την ελπίδα της καλυτέρευσης, την δημιουργική ενοποίηση ενός οράματος, με όχημα (αντί αυτοσκοπό) το ταλέντο (και έγνοια το Έργο αντί για την υπογραφή), στην υπηρεσία της προσπάθειας απάντησης των αιώνιων ερωτημάτων: «Ποιοι είμαστε», δηλαδή από που ερχόμαστε, «Γιατί είμαστε», δηλαδή που κατευθυνόμαστε, και πώς μπορούμε στο διάστημα που μας αναλογεί να καλυτερεύσουμε τον κόσμο. Είναι σαφές, ίσως εξαντλητικά σαφές κάποιες φορές, ότι η αντιληπτή σε μας ανθρωπότητα όχι απλώς απέχει αυτής της διερώτησης, αλλά αντιθέτως κομπάζει την αποχή επί της διερώτησης αυτής.

Αυτό όμως που επίσης είναι σαφές, πολύ πέρα από αναγνώσεις που γίνονται για να ανακουφιστείς από το βάρος τους παρά για να αποτιμηθεί το βάρος αυτό (ως γνωστόν «για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή», πρέπει όμως να είναι και δουλειά που να σε κάνει να νοιώθεις ευτυχής που την έκανες - να μια σοφή απάντηση που δίνει ο Ταρκόφσκι στο πώς η εγκατάλειψη της πνευματικότητας είναι αίτιο της σημερινής δυστυχίας), είναι ότι δάσκαλοι υπήρξαν και υπάρχουν. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι καταλαγιάζεις τον ορυμαγδό και μπορείς να τους ακούσεις. Γιατί ο δάσκαλος δεν φωνάζει για να ακουστεί, την δύναμη του την τρώει όλη η προσπάθεια της σκέψης και της συμπόνιας του - «ρώσικη η συμπόνια», λέει ο Αντρέι, υπερέβαλε που και που από τη νοσταλγία του.

Αν πάντως ρωτούσε κανείς, ολίγον άεργα και νωχελικά είναι αλήθεια, και «πού θα βρούμε τέτοιους δασκάλους;», αυτό το ντοκιμαντέρ είναι στον ορίζοντα που θα έδειχνε ο δείκτης μου. Ωστόσο τα ονόματα των ποιητών δεν έχουν τόση σημασία (ο Ταρκόφσκι ονόμαζε πάντως τον Τολστόι, τον Μπαχ, τον Λεονάρντο, τον Μπρεσόν). Σημασία απόλυτη όμως έχει η θέση των ερωτημάτων. Και απαρέγκλιτα μαζί της η ισόβια, εξ ορισμού σεμνή, υποκλιμένη (αλλά όχι σκυμμένη) σ' αυτό που την ξεπερνά, αναζήτηση των απαντήσεων. Στην αναζήτηση αυτή κρύβεται η ανθρώπινη στάση που αποκλειστικό μέλημά της έχει την καλύτερη εκδοχή μας, την αποδοχή της Φύσης ως γεννήτορος («άλλωστε από την εξέλιξή της προερχόμαστε», αναφέρει και ο Ταρκόφσκι) και την ποιητική διαδρομή μας προς το Τέλος.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Αντρέι Ταρκόφσκι: Σινεμά Σαν Προσευχή
  • Αντρέι Ταρκόφσκι: Σινεμά Σαν Προσευχή