Διαρρήκτης Υψηλής Τέχνης

The Burnt Orange Heresy

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2019
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ην. Βασίλειο, Ιταλία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζουζέπε Κατοπόντι
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Σκοτ. Μπ. Σμιθ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Κλάες Μπανγκ, Ελίζαμπεθ Ντέμπικι, Μικ Τζάγκερ, Ντόναλντ Σάδερλαντ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Νταβίντ Ουγκαρό
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Κρεγκ Άρμστρονγκ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 99'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Odeon
    <ARTICLE TITLE/>

Ασυνήθιστου θέματος θελκτικό θρίλερ, που ξεκινά από μια υποσχόμενη συνθήκη, εξασθενεί όσο προχωρά με ελαφρώς θολές προθέσεις και σεναριακά ατοπήματα, αλλά διατηρεί σταθερή ατμόσφαιρα και ερεθιστικό θέμα ως το φινάλε.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Ένας κριτικός τέχνης παραδίδει μια διάλεξη πάνω στο αυθεντικό και το κίβδηλο, ορίζοντας την θέση του κριτικού σαν του νευραλγικού ενδιάμεσου αφηγητή που μπορεί να επικυρώσει ή και να απαξιώσει ένα έργο τέχνης. Με μια τέτοια αρχική σεκάνς, υπογραμμισμένη από την  αλαζονική ευφράδεια του Κλάες Μπαγκ («Δράκουλας», «Το Τετράγωνο»), έχεις γαντζωθεί. Δεν είναι πολλές οι εμπορικής κορνίζας ταινίες με θέμα τους τον ρόλο της...κριτικής.

Βέβαια η συζήτηση περί αυτού βαίνει σχεδόν εκδικητικά μονόπλευρα. Όπως θα περίμεναν οι haters, η ταινία είναι μια εκδίκηση στην κριτική, στην αυταρέσκειά της, στην αναμόχλευση κλισέ (ο κριτικός ως αποτυχημένος δημιουργός), στον αμοραλισμό, που φτάνει μέχρι την επί πτωμάτων επιδίωξη της περσόνας, της επιτυχίας, της αναγνώρισης. Δεν έχει κι άδικο, ειδικά σε χώρους όπως η ζωγραφική, που μας απασχολεί στο έργο, η διαπλοκή κριτικής, γκαλερί και μαικήνα είναι που πρακτικά χρίζει το σημαντικό. Σε τέχνες μαζικότερης απεύθυνσης - εκεί δηλαδή που έχει γνώμη και η αρτιμελής και η κουτσή Μαρία - η περιγραφή του έργου είναι απλοϊκή.

Όμως η ταινία επεκτείνεται θεματικά στην έννοια του νόθου, της καλλιτεχνικής ακεραιότητας, της σημασίας του αυθεντικού. Με αρωγό τον χαρακτήρα του Ντόναλντ Σάδερλαντ κουβεντιάζει την μεριά ενός είδους καλλιτέχνη που, ενδεχομένως και αντιπαραγωγικά, κόβει τον ομφάλιο λώρο της προσωπικής έκφρασης με τον ετερόφωτο μηχανισμό της εκμετάλλευσης που ζει παρασιτικά «μεσολαβώντας». Εκεί θα συμβεί η σύγκρουση, η μόνη θεματική του έργου, ανάμεσα στον δημιουργό και το μαγαζάκι του τρόμου που οικοδομείται μέσα στον «αέρα» της καλλιτεχνικής έκφρασης. Εκεί η ταινία, μάλλον εχθρικά, αποφαίνεται ότι η κριτική είναι παράσιτο που σκοτώνει τον ξενιστή του για να κλέψει τη φορεσιά του.

Αν όμως ξεφύγεις από την διαλεύκανση της ιστορίας, το έργο έχει μια σειρά απολαύσεων που το κάνουν έως και συναρπαστικό: Οι ηθοποιοί φέρνουν στοιχεία που το σενάριο δεν προβλέπει στο μέγεθος που παραλαμβάνει. Ο Μπανγκ είναι ένας νευρωτικός 007 της κριτικής τέχνης, ένας πατριαρχικός ξερόλας, δέσμιος της φανατισμένης εγκεφαλικότητάς και του απόντος ταλέντου του. Η Ελίζαμπεθ Ντέμπικι φέρνει ένα αίνιγμα και την απόκοσμη γοητεία του ανθρώπινου σ' έναν (πατριαρχικό, πλήρως) κόσμο επιτήδευσης και νοθείας. Ο μαικήνας Μικ Τζάγκερ, άνετα ο κυρίαρχος της εντύπωσης του καστ, μεταφέρει με προκλητική άνεση τον έτσι κι αλλιώς απόκοσμο αέρα του σε μια γεμάτη αυτοπεποίθηση ειρωνεία που σαρδόνια ξέρει πάντα κάτι παραπάνω απ' όσα προφέρει. Ο Ντόναλντ Σάδερλαντ «σώζει» την ρητορική ηχηρότητα του ρόλου με μια σπάνια ανθρωπιά - δείτε την σκηνή που σχεδόν με πλάτη στην κάμερα ακούει την διήγηση της Ντέμπικι. Η ταινία σχολιάζει έναν κόσμο έκπτωτων ανδρών, γρατζουνά ένα σύστημα που ποντάρει σε μια καλλιτεχνία που υπαρξιακά εχθρεύεται, σου υπενθυμίζει (απ' έξω-απ' έξω) ότι είσαι συνένοχος που έχεις παρακαμφθεί από εκείνο που μπορεί να σε αφορά.

Στην τρίτη πράξη οι υποσχέσεις του έργου, που ωραιότατα έχουν διασταλεί στον χρόνο του έργου γεννώντας ένα καλοφτιαγμένο σασπένς, παίρνουν την αποφασιστική τροπή του θρίλερ. Λειτουργεί, γιατί χαρακτήρες και διακύβευμα σε έχουν να ενδιαφέρεσαι. Όμως εκεί γεννώνται και προβλήματα. Γιατί αν παίζεις στο χωράφι του θρίλερ, αυτοματικά ξυπνάς στον θεατή μια προσδοκία του είδους, σχετιζόμενη συνήθως με την ανατροπή. Αυτή δεν υπάρχει - όχι θεαματικά πάντως. Και μαζί με την απουσία της παίρνεις και το συχνό σεναριακό πρόβλημα συνηθισμένων ανθρώπων που κάνουν ασυναρτησίες και σε πετούν έξω από την πλοκή. Ωστόσο, η σφιχτή σκηνοθεσία, το λυρικά αγωνιώδες σάουντρακ του Κρεγκ Άρμστρονγκ, η επιμελής φωτογραφία του Νταβίντ Ουνγκαρό και το πολυτελές περιβάλλον τη λίμνης Κόμο, συμβάλλουν σε μια εύρυθμη θερινή διασκεδαστικότητα, που δεν ευτελίζει το αντίτιμο του εισιτηρίου σου.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Διαρρήκτης Υψηλής Τέχνης
  • Διαρρήκτης Υψηλής Τέχνης