Το Κόλπο του Αιώνα

Αργεντίνικη ταινία-ληστείας, με κάμποσο «Ocean's...» να τρέχει στις φλέβες της αλλά και επαρκή δόση ανθρωπινότητας (sic) που την καθιστά από τις πληρέστερες ταινίες του είδους. Ευδιάθετο σινεμά που δεν σε κοροϊδεύει ποτέ, τέλεια πρόταση θερινού σινεμά.

Από τον Ηλία Δημόπουλο
Το Κόλπο του Αιώνα

Το υπό-είδος του heist έχει μερικούς απαράβατους κανόνες αλλά και το πεδίο του αυτοσχεδιασμού του. Χρειάζεσαι μια ομάδα χαρακτήρων που το κοινό θα συμπαθήσει οπωσδήποτε - όχι απαραίτητα σε βάρος όμως κάποιων άλλων χαρακτήρων όμως. Δεν υπάρχει σύνδρομο «Ρομπέν των Δασών» δηλαδή, αν και μια δόση αμοραλισμού απαιτείται - αλίμονο, πρέπει να «είμαστε με τους διαρρήκτες»! Χρειάζεσαι μια περίτεχνη ληστεία, ένα καλό κόλπο δηλαδή, που πρέπει να κινηματογραφηθεί, όχι να υπονοηθεί. Και μια coda, έναν επίλογο, που θα κλείσει με κάποιον τρόπο τον απόηχο της πράξης. Απλά πράγματα, στα χαρτιά τουλάχιστον.

Στο σκέλος του αυτοσχεδιασμού το κινηματογραφικό παρελθόν έχει μεγάλη ψαλίδα. Μπορείς να πας στο buddy movie, στην con (confidence - ταινίες εξαπάτησης) καλλιτεχνία («Κεντρί» και Ντέιβιντ Μάμετ έχουν μεγάλα σκήπτρα εδώ), στις σέξι ατμόσφαιρες («Υπόθεση Τόμας Κράουν»), στις τοιχογραφίες εποχής («American Hustle»), στην στιλιστική άσκηση ορίων κινηματογράφησης («Ριφιφί» και Ζαν-Πιερ Μελβίλ κλειδοκράτορες), στο υπέρτατο feelgood συνεύρεσης λαμπερού καστ με όλη την ενδοαναφορά και τους ατέρμονους αστεϊσμούς (το βασίλειο του Σόντερμπεργκ). Παραδόξως, το heist δεν έχει «κακές» ταινίες, ακόμα και οι μέτριες («The Score»), περηφανεύονται ένα καστ, μια ευδιαθεσία, μια βασική ευφυΐα που σε κρατά. Από την άλλη κάποιος (όχι εμείς πάντως) θα ισχυριστεί ότι δεν υπάρχουν και «μεγάλες» ταινίες, μιας και το είδος έχει τα θεματικά του όρια.

Εδώ έρχεται «Το Κόλπο του Αιώνα», από τη μεριά της Αργεντινής μάλιστα, που κοκορεύεται αν τη ρωτήσεις μια από τις κορυφαίες ταινίες του είδους, τις «9 Βασίλισσες». «H Ληστεία του Αιώνα», για αυτόν τον θεατή, δεν είναι μεν στο ύψος της έμπνευσης και της εκτέλεσης της ταινίας του Μπιελίνσκι, καταφέρνει όμως ανάλογη κινηματογραφική ευεξία - και «ένα επιπλέον».

Γερή προσθήκη στο είδος και λίαν απολαυστική πρόταση θερινής εξόδου

Αν της καταλογίζεις κάτι είναι ότι στιλιστικά εξαρτάται υπερβολικά από τις καταβολές της -την τριλογία του Σόντερμπεργκ- ειδικά σε ότι σχετίζεται με την χρήση της (ωραιότατης) μουσικής του Ντάριο Εσκενάζι, που «πέφτει» πάνω στις εναλλαγές σκηνών, ενίοτε και τη δράσης, περίπου πανομοιότυπα με αυτήν του Ντέιβιντ Χολμς. Παρακάμπτεις όμως την κατηγορία της «ισπανόφωνης αμερικανιάς». Γιατί υπάρχει «ένα επιπλέον». 

Το οποίο συνίσταται στο ότι η ταινία του Άριελ Γουίνογκραντ παίζει και σε μια άλλη πίστα, αυτή μιας ανατροπής του λαμπερού περιβάλλοντος των «Ocean's» και της αντικατάστασης της χολιγουντιανής φυσιογνωμικής λάμψης, με την λούμπεν των φτωχοδιάβολων ηρώων - με το ιδιοφυές τους όμως σχέδιο. Η όποια μελέτη χαρακτήρα, που περιορίζεται πρακτικά στους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους (οι τυπικά έξοχοι Ντιέγκο Περέτι και Γκιγιέρμο Φραντσέλα), πάντοτε παιχνιδιάρικα και χωρίς αυτοσκοπό το inside joke (όπως στην αμερικανική τριλογία), δίνει έμφαση στην παραδοξότητα του να είναι αυτοί οι εγκέφαλοι τέτοιας ληστείας, συμπάσχει ταξικά, εξανθρωπίζει την εξυπνάδα τους.

Οι ληστές εδώ δεν είναι μοντέλα επαγγελματία διαρρήκτη, είναι λούμπεν πρωτάρηδες ονειροπόλοι που δεν έχουν και πολλά να χάσουν. (Δεν είναι άλλωστε τυχαίο της ταξικής συνείδησης του έργου, πως ο χαρακτήρας-κλειδί στην τελική πράξη είναι ο μόνος που επιχειρεί να ανέλθει ταξικά, αντίθετα από τους υπολοίπους). Παρότι η ιστορία βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά (πρόκειται για μια από τις ιστορικότερες ληστείες όλων των εποχών στην Αργεντινή), νοιάζεσαι γι' αυτούς και τα παθήματά τους - ενώ στα «Ocean's» είσαι πάντα μέσα στο κόλπο, το συναίσθημα δεν είναι αφηγηματικός στόχος. Η γενική δε καλοψυχία τους δεν είναι παρά μια ένεση παιδικότητας σε έναν κόσμο ενηλίκων.

Αφηγηματικά η ταινία δεν τεμπελιάζει ποτέ, μπαίνει στο ψητό - την ληστεία - πριν κλείσει καν 50 λεπτά και για τα επόμενα 40 λεπτά, με δεξιοτεχνικές παλινδρομήσεις στον χρόνο, ρίχνει φως στα ευφυώς προϋπολογισμένα της εκτέλεσης. Το τελευταίο 20λεπτο είναι μια υποδειγματική αφήγηση του «μετά», που θυμίζει το «Καζίνο» του Σκορσέζε, βαραίνει ελεγχόμενα, βγάζει και γέλιο, χωρίς ευτυχώς ποτέ να ηθικολογεί σε βάρος χαρακτήρων, που στην πορεία έχεις κατασυμπαθήσει.

Εύρυθμο και απαλλαγμένο από δηθενισμούς, το έργο του Γουίνογκραντ αποτελεί γερή προσθήκη στο είδος και λίαν απολαυστική πρόταση θερινής εξόδου.

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ