Παρί

Ο αγώνας μιας μητέρας να ανακαλύψει τα ίχνη του γιου της στην σύγχρονη Αθήνα, αποτελεί το έναυσμα μιας φιλόδοξης - μα προβληματικής - νυχτερινής οδύσσειας, στο κινηματογραφικό ντεμπούτο του Ελληνο-Ιρανού Σιαμάκ Ετεμάντι («Cavo D’ Oro»). Παγκόσμια πρεμιέρα στο Πανόραμα του 70ού Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου.

Από τον Πάνο Γκένα
Παρί

Ένα ζευγάρι Ιρανών, η Παρί (Μελίκα Φορουτάν) και o Φαρόκ (Σαχμπάζ Νοσίρ), καταφθάνουν στην Ελλάδα για να επισκεφτούν τον φοιτητή, γιο τους, Μπάμπακ. Εκείνος, όμως, δεν εμφανίζεται ποτέ στο αεροδρόμιο. Το εγκαταλελειμμένο διαμέρισμά του και τα νέα πως έχει σταματήσει την παρακολούθηση των μαθημάτων του στη σχολή, θα οδηγήσουν τους γονείς του σε μία αγωνιώδη έρευνα για να ανακαλύψουν τα ίχνη του. Στην πορεία, όμως, η Παρί θα ανακαλύψει κι έναν πολύ διαφορετικό εαυτό.

Το «Παρί», κινηματογραφικό ντεμπούτο του Ελληνο-Ιρανού Σιαμάκ Ετεμάντι, χρονογραφεί την απέλπιδα οδύσσεια μιας μητέρας σε έναν αφιλόξενο τόπο. Στο πρώτο της ταξίδι μακριά από το Ιράν, η Παρί θα γίνει μάρτυρας μιας κυριολεκτικής, όσο και συμβολικής, σύγκρουσης των συντηρητικών, θρησκευτικών και οικογενειακών της πεποιθήσεων (ενδεχομένως και δεσμών) με την ελευθεριότητα μιας άγριας, επικίνδυνης πόλης, μιας Αθήνας που φλέγεται από κοινωνικές αλλαγές και στις φλόγες της θα «κάψει» και την απόγνωση της Παρί.

Ο Ετεμάντι έχοντας ως αναφορά τα δίστιχα του μουσουλμάνου ποιητή και μύστη των Σούφι, Τζελαλεντίν Ρουμί, παραθέτει στο σενάριο μία σειρά δοκιμασιών που προκαλούν ενδόμυχα την Παρί. «Η φωτιά είναι παιδί μου, πρέπει να καώ και να γίνω φωτιά» λέει ο ποιητής και ο σκηνοθέτης πυροδοτεί την μετάλλαξη της Παρί κινηματογραφώντας την ελληνική πρωτεύουσα ως επίγεια κόλαση. Το ενδιαφέρον όμως για την αναζήτηση του Μπάμπακ και της νέας ταυτότητας της Παρί, σταδιακά αρχίζει να αποδομείται μέσα από την αποσπασματική δομή του σεναρίου. Οι περιπέτειες της «μάνας κουράγιο» και η επεισοδιακή τους φύση, προδίδουν σταδιακά την ταινία. Από αγενείς γείτονες και αναρχικές οργανώσεις των Εξαρχείων, μέχρι μυστηριώδεις αγγελιοφόρους και καλοπροαίρετες πόρνες, το «Παρί» επιθυμεί να περικυκλώσει πνιγηρά την βασική του ηρωίδα, τόσο πολύ που ασφυκτιούν ο (όποιος) ρεαλισμός και η γνήσια συγκίνηση. Η εμμονική «κλωτσοπατινάδα» που υφίσταται η Παρί μέσα σε ένα μονίμως σκοτεινό περιβάλλον, με αφηγηματικά ευρήματα που δεν λειτουργούν πάντα και αμφίβολες επιλογές (για παράδειγμα μία «εκτός τόπου» αντίδραση του χαρακτήρα που υποδύεται η Σοφία Κόκκαλη ή μία αποκάλυψη του σεναρίου για το παρελθόν της Παρί) βυθίζουν την ίδια σε ένα επαναλαμβανόμενο - κλισέ βάσανο που προδιαγράφει την εξέλιξη της πλοκής, χωρίς να προσφέρει επιπλέον εκπλήξεις στον δρόμο της αναγέννησης.

Συνδετικός κρίκος και ομολογουμένως ικανός λόγος αποδοχής όλων όσων συμβαίνουν στην ταινία, είναι η δυναμική ερμηνεία της Μελίκα Φορουτάν, η οποία υποδύεται την Παρί με μία ενστικτώδη προσήλωση που εξυπηρετεί το διφορούμενο σενάριο: είναι ταυτόχρονα η μητέρα που προσπαθεί απεγνωσμένα να ενώσει την οικογένειά της, αλλά και η γυναίκα που επαναστατεί κόντρα σε όλες τις πρωτύτερες καθηλώσεις αυτοπροσδιορισμού.

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ