Ο Αόρατος Άνθρωπος

Υπόδειγμα ουσιώδους μεταφοράς κλασικού τίτλου που κατορθώνει να είναι από την αρχή ως το τέλος ένα σφιχτοδεμένο ψυχολογικό θρίλερ και παράλληλα να ενσωματώνει το εύρημα του αόρατου στα σκοτεινά μυστικά τοξικών σχέσεων. 

Από τον Τάσο Μελεμενίδη
Ο Αόρατος Άνθρωπος

Ο όρος gaslighting χρησιμοποιήθηκε από ένα σημείο και έπειτα στον τομέα της ψυχολογίας, περιγράφοντας την οργανωμένη προσπάθεια αποσταθεροποίησης και ελέγχου της λογικής ενός ατόμου (συχνά με χαμηλή αυτοπεποίθηση) μέσα από μια σειρά γενονότων που το κάνουν να αναρωτιέται για την εχεφροσύνη του. Ο όρος έγινε γνωστός από το θεατρικό έργο «Gaslight» που ευτύχησε να έχει 2 εξαιρετικές κινηματογραφικές μεταφορές μέσα σε λίγα χρόνια τη δεκαετία του ‘40 (η δεύτερη και πιο διάσημη έγινε το 1944 από τον Τζορτζ Κιούκορ, με την Ίνγκριντ Μπέργκμαν στο ρόλο του θύματος), μια εποχή που ο άνθρωπος πάλευε με το ερώτημα της λογικής με όσα δεινά συνέβαιναν εξαιτίας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. 

Φυσικά το gaslighting έγινε και κινηματογραφικό υποείδος, ανεβάζοντας το σασπένς σε νέα επίπεδα και είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτο στη μοντέρνα μεταφορά μιας κλασικής ιστορίας του Γουέλς και ενός καταπληκτικού,σε κατασκευή και ρυθμό, φιλμ του 1933, κόσμημα της Universal και των περίφημων τεράτων της. Το στούντιο τα ξαναβγαλε από την κατάψυξη πρόσφατα έχοντας το μεγαλεπήβολο σχέδιο της δημιουργίας ακριβών blockbusters που θα λειτουργούν κάτω από το πρίσμα ενός ενωμένου συμπαντος, βλέποντας τα δισεκατομμύρια που βγάζει (κυρίως) η Marvel με αυτή την κίνηση. Το project ξεκίνησε με τη «Μούμια» και ξαναθάφτηκε μαζί της, για να δώσει τη θέση του σε κάτι διαφορετικό - την επαναφορά των τεράτων κάτω από ένα πιο ξεκάθαρο concept μικρότερων παραγωγών που θα βασίζονταν στο όποιο όραμα νεότερων δημιουργών και την τεχνογνωσία της Blumhouse, της εταιρίας παραγωγής που υπηρετεί με θέρμη το σινεμά του τρόμου την τελευταία δεκαετία.

Το αποτέλεσμα αυτού είναι η ύπαρξη μιας πραγματικά ουσιώδους μεταφοράς, ενός φιλμ σύγχρονου που είναι πλασμένο από κλασικά υλικά

Ο νέος «Αόρατος Άνθρωπος» κατασκευάστηκε σε αυτή την λογική, με μια προσαρμογή που προήλθε από τον Αυστραλό Λι Γουάνελ, άλλοτε συνεργάτη του Τζέιμς Γουάν, σεναριογράφου των πρώτων «Saw» και του «Insidious» και σκηνοθέτη του πολύ ενδιαφέροντος «Upgrade» πριν 2 χρόνια. Ο Γουάνελ μετατόπισε χρονικά το σοκ που προκύπτει από τη συμπεριφορά του ήρωά του, όταν αυτός ως αόρατος αντιλαμβάνεται τις δυνατότητες της εφεύρεσής του, και τον παρουσιάζει από την αρχή ως μια τοξική και ναρκισσιστική ιδιοφυία που αρέσκεται να ελέγχει τους γύρω του και σε αυτό το πλαίσιο πηγαίνει τα σχέδιά του ένα βήμα μπροστά ως αόρατος. Θύμα η σύντροφός του, που καταφέρνει στο ξεκίνημα της ταινίας να αποδράσει από το πανάκριβο σπίτι του και να ξεφύγει από την χρόνια κατάσταση ψυχολογικού εγκλεισμού στην οποία βρίσκονταν, μέχρι τη στιγμή που μαθαίνει ότι αυτός αυτοκτόνησε και παράλληλα η ίδια αρχίζει να μη νιώθει άνετα όταν είναι μόνη της, με μια μόνιμη αίσθηση αόρατης μεταφυσικής παρενόχλησης να την απομονώνει από το περιβάλλον της. 

Με την τοξική σχέση στο επίκεντρο, ένας δημιουργός θα μπορούσε να βολευτεί με το ότι πιάνει το αφηγηματικό zeitgeist της εποχής και φλυαρήσει πάνω σε αυτό, όμως ο Γουάνελ στέκεται πάνω σε μια διπλή βάση που του επιτρέπει να κάνει πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα. Φροντίζει με αναρίθμητες λεπτομέρειες το πρωτογενές υλικό του, υπηρετώντας τη λογική ενός σφιχτοδεμένου θρίλερ όπου το σασπένς διατηρείται ως το τέλος μέσω ανατροπών και του πατήματος πάνω στο gaslighting, με την ηρωίδα να πρέπει να πείσει τον εαυτό της και τους γύρω της πως δε βλέπει φαντάσματα, ενώ μια σειρα από μακροσκελείς σκηνές (με εξαιρετική χρήση ηχητικών εφέ) αποτυπώνουν εξαιρετικά την αίσθηση της απειλής και του τρόμου που προκύπτει από αυτή την περίσταση. Παράλληλα, παίρνει το εύρημα της ιστορίας του και το τοποθετεί έτσι ώστε να καταγράψει μια προβληματική σχέση ακόμη και αν αυτό δεν υπήρχε. Χωρίς να έχουμε δει ούτε μια σκηνή από το παρελθόν των 2 βασικών ηρώων, οι σκηνές της Ελίζαμπεθ Μος μόνης σε ένα δωμάτιο όπου υποβόσκει μια αόρατη απειλή φανερώνει στο κοινό τα «αόρατα» μιας σχέσης - αυτά που ξέρουν μόνο τα μέλη της. Η τεχνητή ασφυξία, προϊόν ενός ανεξάντλητου ελέγχου, η ψυχολογική και σωματική βία και μια στοίβα από mind games υπήρχαν από πριν, αλλά ως αόρατα στους υπόλοιπους χαρακτήρες, την κάμερα και το κοινό λογίζονταν ως ανύπαρκτα. 

Το αποτέλεσμα αυτού είναι η ύπαρξη μιας πραγματικά ουσιώδους μεταφοράς, ενός φιλμ σύγχρονου που είναι πλασμένο από κλασικά υλικά, φιλικού προς το ευρύ κοινό και απαιτητικού σε όποιον θέλει να σταθεί στις ψυχολογικές του προεκτάσεις. Αν και έχει την αίσθηση της ταινίας σκηνοθέτη, δύσκολα η εικόνα του θα είχε την αμεσότητα και τις πολλαπλές αναγνώσεις της αν δεν είχε την, ταγμένη ψυχή και σώμα, Ελίζαμπεθ Μος ως πρωταγωνίστρια, μια ηθοποιό που όσο συχνότερα καλούν τα στούντιο στις παραγωγές τους τόσο κέρδος θα έχουν. 

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ