Διασκεδάζοντας το φόβο: 5 + 1 ταινίες με την υπογραφή του Μπλέικ Έντουαρντς

Μέγας ψυχαγωγός με φυσικό ταλέντο στην κωμωδία του γκανγκ και του χρονισμού, ο Μπλέικ Έντουαρντς υπήρξε ένας χαρισματικός σκηνοθέτης ειδών που δεν ντράπηκε να δηλώσει πως ο λόγος που αστειευόμαστε είναι να διασκεδάζεται ο φόβος πως όλα να πάνε στραβά.

Από τον Ηλία Δημόπουλο
Διασκεδάζοντας το φόβο: 5 + 1 ταινίες με την υπογραφή του Μπλέικ Έντουαρντς

Γεννήθηκε σαν σήμερα πριν από 99 χρόνια ο Μπλέικ Έντουαρντς, δημιουργός βεληνεκούς και ρεπερτορίου, με την πλάτη του γεμάτη εύσημα αν διερωτηθείς πόσο φαν ήταν η αμερικάνικη δεκαετία του ’60 και γεμάτη παράσημα αν θέλεις να μάθεις πως ένας σοβαρός καλλιτέχνης δεν αρκείται στην συνταγή της επιτυχίας (που την βρήκε και την παραβρήκε με τις κωμωδίες) αλλά σκοπεύει και στην άλλη μεριά του φάσματος.

Και τα «σοβαρά» του Έντουαρντς δεν είναι να τα ξεπερνάς. Διαλέξαμε έξι ταινίες που αποκαλύπτουν το φάσμα ενός σκηνοθέτη που δεν τιμήθηκε αναλογικά με την προσφορά του (μόνο μια ύστερη υποψηφιότητα σεναρίου για το «Βίκτορ-Βικτόρια») αλλά δικαιώθηκε με Όσκαρ συνολικής προσφοράς το 2004.

«Pink Panther» (1963)

Σε μια δεκαετία τρομερού αναβρασμού, εν μέσω πυραυλικών κρίσεων και μιας επικείμενης δολοφονίας του προέδρου που αγαπήθηκε όσο κανείς, ο Έντουαρντς παραδίδει την απόλυτη ταινία πολύχρωμης ευεξίας, σε μια δεκαετία (1955-1965) γεμάτη τέτοιες ταινίες. Ο «Ροζ Πάνθηρ» δεν είναι ακραιφνής κωμωδία, όπως το επόμενο της λίστας, περιέχει όμως κλασσικές στιγμές κωμικού χρονισμού και φάρσας, είναι περίλαμπρα κοσμοπολίτικο και μετατρέπει εν μια νυκτί τον Πίτερ Σέλερς σε υπερατλαντική διασημότητα.

«A Shot in the Dark» (1964)

Για τον υπογράφοντα μία από τις πέντε πιο διασκεδαστικές ταινίες που φτιάχτηκαν ποτέ, μια περίπου αναρχική κωμωδία που συναισθάνεται την φτιαξιά της και αφήνεται, φαινομενικά, στο έλεος των αυτοσχεδιασμών της. Στην πραγματικότητα είναι ο Έντουαρντς που συλλαμβάνει, αναπτύσσει και μοντάρει θεοπάλαβα γκανγκ, με υπερόπλο έναν Σέλερς αφηνιασμένο στην μανιακή ιδιοτροπία και ανιδεότητα ενός χαρακτήρα που δεν θα θελήσουμε να ξεπεράσουμε ποτέ.

«Days of Wine And Roses» (1962)

Φαντάζει παράταιρο πως ένας σκηνοθέτης που κάνει σερί σε μια χρονιά (!) τα δύο παραπάνω, μόλις προηγούμενα έχει παραδώσει το ενδεχομένως καλύτερο, σίγουρα πικρότερο, έργο πάνω στον αλκοολισμό και τον εκφυλισμό μιας ερωτικής σχέσης. Οι Λέμον-Ρέμικ φτιάχνουν ένα αξέχαστο ζευγάρι που μας παίρνει μαζί του στη δίνη ενός ατελέσφορου πάθους (έτσι δεν είναι όμως όλα τα πάθη τελικά;..) και ο Έντουαρντς (που όπως και ο Λέμον έπιναν αγρίως και στην πραγματικότητα- και οι δύο σταμάτησαν λίγο καιρό μετά, πάντως), τολμηρά και ανυποχώρητα παραδίδει ένα έργο που άλλαξε τα ήθη και έφερε τους Ανώνυμους Αλκοολικούς στο προσκήνιο της αντιμετώπισης του αλκοολισμού.

«Το Πάρτι» (1968)

Είναι φορές που ο συγχρονισμός τελειοποιεί ένα έργο και το «Πάρτι», λιγότερο από ένα χρόνο μετά το Καλοκαίρι της Αγάπης και στην μεγάλη ακμή του «flower power», επωφελείται τόσο για την άσκησή του πάνω στο χάος (μια τέλεια οργανωμένη εκδήλωση που θα αποσυντεθεί, εντελώς, εν μέσω αναρχικής ευφορίας) που δεν μπορείς να το φανταστείς σε άλλη εποχή. Όπως και να ‘χει, ο Έντουαρντς προσπαθεί από μόνος του να εξισορροπήσει ψυχαγωγικά μια ακόμα πολιτικά φρικτή χρονιά για την Αμερική (ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ δολοφονείται την ίδια μέρα που το «Πάρτι» βγαίνει στις αίθουσες, ο Ρόμπερτ Κένεντι θα δολοφονηθεί δύο μήνες αργότερα) παραδίδοντας ένα έργο που έχει λατρευθεί όσο λίγα, μ’ έναν Πίτερ Σέλερς, αναντικατάστατο, στον ρόλο ενός Ινδού που όσο φαίνεται πως κατοπτρίζει εθνογραφικά στερεότυπα, άλλο τόσο τα ανατρέπει εκθειάζοντας την αντοχή, την επιμονή και την «χίπικη», καλοπροαίρετή του επίδραση.

«Breakfast at Tiffany’s» (1961)

Φαντάζομαι ήδη διαπιστώνετε το σερί που σχηματίζει ο Έντουαρντς εκείνη την εποχή, Καπότε στο σενάριο, λαμπρός (μόνιμα) Μαντσίνι στη μουσική, εκτυφλωτική Όντρεϊ Χέπμπερν, τίποτε φυσικά από αυτά δεν θα ανέβαινε στο βάθρο του εμβληματικού αν δεν έδινε την πλατφόρμα ο Έντουαρντς και είναι πλατφόρμα ευφυούς αμοραλισμού, πονηρής καλοψυχίας, σέξι ρομάντσου και μιας, στο βάθος, απεγνωσμένης έκκλησης στο όνειρο που θα κάνει ποίηση το πεζό της καθημερινότητας.

«Experiment in Terror» (1962)

Το «Days of Wine and Roses» βγήκε στο τέλος του ’62, οπότε ο Έντουαρντς είπε να φτιάξει κι ένα θρίλερ στο ενδιάμεσο, πάλι με τη Λι Ρέμικ των «Days», και μάλιστα θρίλερ με άγνωστο στο τηλέφωνο, θρίλερ κλειστοφοβικό, ωραιότατο και για θερινή χρήση αν οι διανομείς μας δεν ασχολούντο μόνο με ξεφόρτωμα ανοησιών, προσωπικά δεν μου χαλάει καθόλου το σερί, αντίθετα είναι ένα αγαπημένο ασπρόμαυρο, πάλι φοβερό score ο Μαντσίνι, με ένταση και μυστήριο που μόνο σε μια φοβική εποχή μπορούσε να συλληφθεί έτσι.

Αφήσαμε έξω αρκετά. Το άψογα τρελλό «Τι Έκανες στον Πόλεμο Μπαμπά;» (1966), το γλυκό «Darling Lili» (1970) με Τζούλι Άντρους και Ροκ Χάτσον που παραφράζει μοντέρνα τον θρύλο της Μάτα Χάρι, το «Tamarind Seed» (1974) ξανά με την Άντρους να ερωτεύεται τον κατάσκοπο Ομάρ Σαρίφ, ωραίο σάουντρακ Τζον Μπάρι αυτή τη φορά, όλα τα σίκουελ του «Ροζ Πάνθηρα», το «10» (1979) φυσικά με τον Ντάντλι Μουρ σε κρίση μέσης ηλικίας να ερωτεύεται την Μπο Ντέρεκ (χαλασμός τότε, μέχρι look Μπο Ντέρεκ είχε δημιουργηθεί), το «Blind Date» (1987) μ΄ έναν καινούργιο ηθοποιό-μεταγραφή απ’ την τηλεόραση ονόματι Μπρους Γουίλις και μια στα πολύ ωραία της Κιμ Μπάσινγκερ (δεν αγαπήθηκε αυτό  το έργο, κακώς, για να αγαπιέται είναι παρά τις αδυναμίες του), το «Βίκτορ-Βικτόρια» (1982) φυσικά με τα παιχνίδια των φύλων και την good old days ατμόσφαιρα παλιού, ένδοξου Χόλιγουντ που αποπνέει, ναι και το «Operation Petticoat» του ’59 να μην ξεχάσω, με Κάρι Γκραντ και Τόνι Κέρτις σε μεγάλα κέφια.

Κι όσα δεν είπα, επίσης. Γιατί η φιλμογραφία του Μπλέικ Έντουαρντς είναι ένα συμπαγές σώμα καλού σινεμά, αποδραστικού φαινομενικά (και πραγματικά δηλαδή), που πάντα επιτρέπει κάτω του να διατρέχει μια νεύρωση, ένα φόβος, μια ανησυχία πως αυτό που βλέπουμε δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται, πως πίσω απ’την ευεξία υπάρχει πάντα ένας τρόμος μην εξελιχθεί το worst case scenario που δεν θα μπορούσαμε ποτέ να προϋπολογίσουμε.

Αφιέρωμα Στάνλεϊ Κιούμπρικ: Η φιλμογραφία μιας διάνοιαςΟ Σταύρος Τσιώλης «κολυμπά» με τις ταινίες και τους δημιουργούς που αγαπά