Στο περιθώριο του Χόλιγουντ: Η ζωή και η ριζοσπαστική καριέρα του Τζον Κασαβέτη

Πατέρας του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου, φωτεινό παράδειγμα δημιουργού που έμεινε πιστός στα καλλιτεχνικά του ιδεώδη χωρίς να κάνει κανένα συμβιβασμό, ο Κασαβέτης ήταν πάντα δικός μας άνθρωπος. Όχι μόνο εξαιτίας της ελληνικής καταγωγής του, αλλά κυρίως γιατί πάλεψε για ένα σινεμά πάντα πιο μπροστά από την εποχή του, που ωστόσο μιλά κατευθείαν στην καρδιά και το συναίσθημα του θεατή. Ένα σινεμά που θυμόμαστε με αφορμή τη βράβευση του «Love Streams», τελευταίας του προσωπικής ταινίας, στο Φεστιβάλ Βερολίνου, που προβλήθηκε ακριβώς 37 χρόνια πριν.

Από τον Μπάμπη Ακτσόγλου
Στο περιθώριο του Χόλιγουντ: Η ζωή και η ριζοσπαστική καριέρα του Τζον Κασαβέτη

Ο Τζον Κασαβέτης γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 9 Δεκέμβρη του 1929. Ο Λαρισαίος πατέρας του, Νίκος Ιωάννης Κασαβέτης, είχε μεταναστεύσει στην Αμερική το 1908 και το 1926 παντρεύτηκε την Κατερίνα Δημήτρη, με την οποία έκανε δυο γιους. Γνωρίζοντας τη δυστυχία του οικονομικού κραχ, το ζεύγος επέστρεψε στις αρχές του ΄30 στην Ελλάδα, όπου παρέμεινε για έξι ολόκληρα χρόνια. Με την επιστροφή τους στην Αμερική κι αφού ο Τζον μιλούσε πλέον μόνο ελληνικά, εγκαταστάθηκαν στα εύπορα περίχωρα του Λονγκ Αϊλαντ, όπου ο μελλοντικός δημιουργός, ανήσυχος από τότε και με τάσεις προς τη μικροπαρανομία, έμοιαζε σαν τη μύγα μέσα στο γάλα.

Το 1947 γράφεται στο Mohawk College, αλλά δεν ξέρει τι θέλει να κάνει. Σχεδόν τυχαία το 1949 αποφασίζει να παρακολουθήσει μαθήματα υποκριτικής στην American Academy Of Dramatic Arts, παρακινούμενος από έναν φίλο του που τον βεβαιώνει ότι εκεί θα μπορεί να βρίσκει εύκολα «κορίτσια». Μετακομίζει σε δικό του δωμάτιο και ξεκινά μια μποέμικη ζωή, κάνοντας διάφορες δουλειές στο ραδιόφωνο, το θέατρο και το σινεμά, γίνεται φίλος με τον Μπαρτ Λέιν, μετέπειτα πατέρα της Ντάιαν Λέιν, όπως και με τον φωτογράφο Σαμ Σόου, ο οποίος τον γνωρίζει στην καλλιτεχνική αφρόκρεμα της Νέας Υόρκης και του μεταδίδει την αγάπη του για τη τζαζ, την ποίηση, τη μοντέρνα ζωγραφική.

«Σκιές»

Στη Σχολή έχει τη φήμη του εκκεντρικού, κάτι που ωστόσο δεν αποθαρρύνει μια νεότερη μαθήτρια να γίνει η μεγαλύτερη θαυμάστριά του και σύντροφος σε όλη του τη ζωή. Τον Μάρτη του 1954 παντρεύεται τη Τζίνα Ρόουλαντς, με την οποία θα κάνει τρία παιδιά, και ξεκινά μια κάπως πιο συγκροτημένη καριέρα ηθοποιού, παίζοντας σε δεκάδες τηλεοπτικά σόου, όπως και σε επίλεκτα θεατρικά έργα, ενώ το Χόλιγουντ του δίνει τις πρώτες ευκαιρίες κυρίως μέσα από τις ταινίες «Crime In The Streets» του Ντον Σίγκελ (1956), κοινωνικό δράμα πάνω στην εφηβική εγκληματικότητα, και «Edge Of The City» του Μάρτιν Ριτ (1956), κοινωνικοπολιτικό δράμα στις αποβάθρες της Νέας Υόρκης, όπου συμπρωταγωνιστεί ο Σίντνεϊ Πουατιέ.

Με εξαίρεση την ταινία του Ριτ, ο Κασαβέτης δεν μένει ικανοποιημένος από τις χολιγουντιανές προτάσεις. Στις αρχές του 1956, με το φίλο του Μπαρτ Λέιν, απόφοιτο της ίδιας δραματουργικής σχολής, νοικιάζει ένα διαμέρισμα και φτιάχνει ένα εργαστήρι ηθοποιών, το The Cassavetes - Lane Drama Workshop. Ανάμεσα στους πρώτους ενδιαφερόμενους, οι Σέιμουρ Κάσελ, Λέλια Γκολντόνι, Αντονι Ρέι, Χιου Χερντ, δηλαδή η βασική ομάδα από τις «Σκιές».

Πώς γεννήθηκαν οι «Σκιές»

Στη διάρκεια ενός αυτοσχεδιασμού μαζί με αυτούς τους ερασιτέχνες ηθοποιούς, αποφασίζει ότι το υλικό εκείνο είναι η αρχή μιας ταινίας, η οποία θα γυριζόταν σε 16mm στους δρόμους της Νέας Υόρκης ή σε φυσικούς χώρους, μέσα από συνεχείς αυτοσχεδιασμούς. Έπρεπε, ωστόσο, να συγκεντρωθούν περίπου 40.000 δολάρια. Προσκεκλημένος ένα βράδυ του 1957 σε ραδιοφωνικό σόου, σοκάρει τον οικοδεσπότη, όταν ξαφνικά κάνει έκκληση στους ακροατές να του στείλουν χρήματα για να κάνει μια ταινία «about people». Όταν τις επόμενες μέρες συγκεντρώθηκαν 2.500 δολάρια, προς μεγάλη του φυσικά έκπληξη, η καριέρα του ως ανεξάρτητου παραγωγού, σκηνοθέτη και σεναριογράφου ξεκίνησε χωρίς καν να το πολυκαταλάβει.

Τα υπόλοιπα χρήματα συγκεντρώθηκαν από εισφορές φίλων, από άλλες δουλειές του Κασαβέτη, ενώ ένα μικρό πόσο συνέβαλε και ο Νίκος Παπατάκης. Ύστερα από 8 εβδομάδες γυρισμάτων και 24 ώρες κινηματογραφημένου υλικού, ο Κασαβέτης έβγαλε μια 60λεπτη ταινία, η οποία, αν και απέσπασε το θαυμασμό του Γιόνας Μέκας, πάπα του αντεργκράουντ σινεμά, δεν ικανοποίησε πλήρως τον δημιουργό της.

«Πρόσωπα»

Στα τέλη του 1958 έκανε επιπρόσθετα γυρίσματα και η δεύτερη εκδοχή των «Σκιών» διαρκούσε 87 λεπτά, κάτι που προκάλεσε τη μήνη του Μέκας. Ούτως ή άλλως οι δρόμοι και βλέψεις τους διέφεραν. Ο Μέκας ήθελε ένα περιθωριακό, φορμαλιστικό και αντιμυθοπλαστικό σινεμά, ενώ ο Κασαβέτης ήθελε απλά να κάνει κάτι διαφορετικό από το Χόλιγουντ, σε μια εποχή που ήταν αδιανόητο να γίνονται ταινίες εκτός στούντιο. Και χωρίς φυσικά να το σχεδιάζει, έγινε το όνομα-σύμβολο της Σχολής της Νέας Υόρκης, αφού και άλλοι ανεξάρτητοι δημιουργοί (όπως η Σίρλεϊ Κλαρκ) ακολούθησαν το παράδειγμά του.

Για να κατανοήσουμε όμως την αισθητική καινοτομία της πρώτης του ταινίας, ας αφήσουμε τον ίδιο να μας μιλήσει: «Πριν το γύρισμα των "Σκιών" περάσαμε δυο εβδομάδες προσπαθώντας να αναλύσουμε τη ζωή του κάθε χαρακτήρα. Είχα επιλέξει μια δραματική κατάσταση στην οποία μια νέα κοπέλα γοητεύεται από έναν νεαρό ο οποίος στη συνέχεια ανακαλύπτει ότι εκείνη κατάγεται από μαύρους. Πάνω σ' αυτό οι ηθοποιοί μπορούσαν να αφήσουν ελεύθερα τα συναισθήματά τους. Στα γυρίσματα αντιμετωπίσαμε αναρίθμητα τεχνικά προβλήματα. Δεν υπήρχε προηγούμενο για να μας καθοδηγήσει. Ο Εριχ Κόλμαρ, ο εικονολήπτης μου, δεν μπορούσε να φωτίσει τους ηθοποιούς με τον παραδοσιακό τρόπο, γιατί εκείνοι ακολουθούσαν αποκλειστικά τις παρορμήσεις τους. Έπρεπε να κάνει το γύρισμα με απλό τρόπο. Περιοριζόταν σε έναν γενικό φωτισμό και μετά έκανε την προσευχή του να πάνε όλα καλά (...). Γυρίζαμε ένα μακρινό ομαδικό πλάνο και εάν στη συνέχεια ήθελα ένα γκρο-πλαν ξαναρχίζαμε όλη τη σκηνή. Συχνά, με αυτό το δεύτερο αυτοσχεδιασμό πετυχαίναμε καλύτερα αποτελέσματα από ό,τι στον πρώτο (...). Το σημαντικότερο για μένα ήταν να συνηθίσω στην ιδέα ότι έπρεπε να εμπιστεύομαι συνεχώς τους ηθοποιούς. Όταν το αποδέχτηκα, χάθηκε από μέσα τους το παραμικρό ίχνος ακαμψίας. Σταμάτησαν οι μεγάλες παύσεις. Ο ηθοποιός ήταν βέβαιος για τον εαυτό του και μπορούσε να αφεθεί ανεπιφύλακτα στην κρίσιμη αποστολή του να εκφράσει τις προσωπικές του απόψεις και τα βαθιά του συναισθήματα. Το αποτέλεσμα της μεθόδου αυτής είναι ότι η ταινία διαφέρει ριζικά από μια ταινία με σενάριο. Αντί να προσαρμόζονται οι χαρακτήρες στην ιστορία, προσαρμόζεται η ιστορία στους χαρακτήρες».

«Σύζυγοι»

Κατά λάθος σκηνοθέτης;

Έχοντας την Τζίνα Ρόουλαντ έγκυο στο πρώτο τους παιδί, και για να μπορέσει να ολοκληρώσει το δεύτερο μοντάζ από τις «Σκιές», ο Κασαβέτης δέχεται να παίξει στη τηλεοπτική σειρά «Τζόνι Στακάτο», στην οποία και σκηνοθέτησε πέντε επεισόδια, χωρίς ωστόσο να μείνει απόλυτα ικανοποιημένος. Γνωρίζει όμως τον σεναριογράφο Ντικ Καρ, με τον οποίο ξεπετά σε ένα Σαββατοκύριακο το σενάριο του «Too Late Blues». Εντελώς ξαφνικά τον καλεί ο Μάρτιν Ράκλιν, διευθυντής παραγωγής της Paramount και θαυμαστής των «Σκιών», ο οποίος τον ρωτά αν έχει κάποιο έτοιμο σενάριο. Όπως εξομολογείται ο ίδιος ο Κασαβέτης: «Δεν καταλάβαινα τι μου έλεγε. Ήμουν ηθοποιός ακόμα, δεν ήμουν σκηνοθέτης. Πήγα και βρήκα έναν φίλο μου συγγραφέα: «Ντικ», του λέω, «θέλουν να μας δώσουν όλα αυτά τα λεφτά να κάνουμε ταινία.», «Τι τους απάντησες;» «Ότι έχω σενάριο και θα τους το πάω Δευτέρα». Ήταν Παρασκευή απόγευμα. «Ξέρω δυο δακτυλογράφους» μου λέει, «θα αναλάβεις να γράψεις εσύ το μισό κι εγώ το άλλο μισό». Έτσι κι έγινε. Γράψαμε μισό-μισό το σενάριο και το έδωσα στον διευθυντή του στούντιο. «Πάνω σε ποιο θέμα είναι;» με ρώτησε. «Θα το διαβάσετε και θα δείτε!» Παίρνω τον Ντικ: «Δε θυμάμαι τι στο διάολο έγραφα, ήμουν μεθυσμένος». «Κι εγώ το ίδιο». Με παίρνει ο Ράκλιν και μου λέει: «Πολύ ωραίο, μην αλλάξεις τίποτα, πότε μπορείς να αρχίσεις το γύρισμα;».

Το «Too Late Blues» (1961), παρότι έχει ως ήρωα έναν πιανίστα και συνθέτη της τζαζ (τον ενσαρκώνει ο Μπόμπι Ντάριν, ωστόσο η προτίμηση του σκηνοθέτη ήταν ο Μοντγκόμερι Κλιφτ), περιέχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία κι έγινε σε σχετικά καλές συνθήκες για δουλειά μεγάλου στούντιο. Όμως στάθηκε εμπορική (και κριτική) αποτυχία, επιβεβαιώνοντας τις επιφυλάξεις του Κασαβέτη για τις δυνατότητες του να δουλέψει στο Χόλιγουντ. Ωστόσο το στούντιο επιμένει να σκηνοθετήσει το «Α Child Is Waiting» (1963), ένα κοινωνικό δράμα με χώρο δράσης ένα ινστιτούτο για αυτιστικά παιδιά, όπου δίπλα στον Μπαρτ Λάνκαστερ και την Τζούντι Γκάρλαντ σημαντικό ρόλο είχε η Τζίνα Ρόουλαντς.

Ο Κασαβέτης εξαρχής συγκρούεται με τον συγγραφέα που φοβόταν τυχόν αυτοσχεδιασμούς του, δεν μπορεί να κοντρολάρει την Τζούντι Γκάρλαντ, ούτε να συνεννοηθεί με τον διευθυντή παραγωγής Στάνλεϊ Κρέιμερ, ο οποίος μοντάρει κατά δική του βούληση την ταινία, με αποτέλεσμα ο σκηνοθέτης να ζητήσει να αποσυρθεί το όνομά του. Φυσικά κι αυτό το εγχείρημα στάθηκε εμπορική αποτυχία.

«Μια Γυναίκα Εξομολογείται»

Ο δρόμος προς την ανεξαρτησία

Απογοητευμένος, ο Κασαβέτης αποσύρεται σπίτι του κι ασχολείται με την ανατροφή του παιδιού του, παίζοντας σποραδικά στην τηλεόραση («Δρ. Κιλντέρ, The Alfred Hitchcock Show») ή στο θέατρο, μα σχεδόν καθόλου στο σινεμά (μόνο ο Ντον Σίγκελ του δίνει ένα σημαντικό ρόλο στο ριμέικ από τους «Δολοφόνους» το 1964). Γράφει συνεχώς κι ένα από αυτά τα σχέδια, που αρχικά είχε μορφή θεατρικού έργου, γίνεται ο πυρήνας για τα «Πρόσωπα», μέρος μιας τετραλογίας γύρω από το γάμο.

Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η ταινία καθορίζει απόλυτα τη μορφή της. Τα γυρίσματα έγιναν σε διάστημα έξι μηνών το 1965, με κάμερα 16mm, ως επί το πλείστον στο υποθηκευμένο διαμέρισμα του σκηνοθέτη, ενώ το γκαράζ χρησίμευσε ως χώρος του μοντάζ. Το συνολικό υλικό ξεπερνούσε τις 125 ώρες, το οποίο μονταρίστηκε αρχικά στα 220 λεπτά και τελικά στα 130. Η ταινία ήταν έτοιμη το 1968, χάρη στη δωρεάν συμμετοχή ηθοποιών (Τζίνα Ρόουλαντς, Λιν Κάρλιν, Σέιμουρ Κάσελ, Τζον Μάρλεϊ) και τεχνικών (ανάμεσά τους ο Αλ Ρούμπαν στη διεύθυνση φωτογραφίας, μοντάζ και παραγωγή και ο Φαίδων Παπαμιχαήλ), αλλά και στα χρήματα που συγκέντρωσε ο Κασαβέτης παίζοντας σε ταινίες.

Αφηγούμενος 15 ώρες από τη ζωή ενός παντρεμένου ζευγαριού, που δοκιμάζει τον πειρασμό της μοιχείας ύστερα από 14 χρόνια γάμου, ο Κασαβέτης θίγει μια σειρά μόνιμων θεμάτων στο έργο του: η κρίση των σχέσεων, η διάλυση του γάμου, η απιστία, το αλκοόλ, η απουσία επικοινωνίας, η βία των λέξεων... Παρότι όλα δίνουν την αίσθηση συνεχών αυτοσχεδιασμών, το ντεκουπάζ είναι αυστηρά σχεδιασμένο. Ταυτόχρονα όμως ο σκηνοθέτης πριμοδοτεί την ελευθερία των ηθοποιών του, καρφώνοντας στην κυριολεξία την κάμερα πάνω τους, και ιδιαίτερα στα πρόσωπά τους, αδιαφορώντας για την όποια τεχνική ή αισθητική αρτιότητα των πλάνων. Το αποτέλεσμα άφησε άφωνο τον καλλιτεχνικό κόσμο της εποχής και προτάθηκε για τρία Όσκαρ (σεναρίου και β' ρόλου για τους Λιν Κάρλιν, Σέιμουρ Κάσελ), με τον Κασαβέτη όμως να αρνείται να παραστεί στην απονομή.

Θαυμαστής του «Πρόσωπα» ήταν και ο ηθοποιός Μπεν Γκαζάρα. Ζήτησε να γνωρίσει τον Κασαβέτη, με αποτέλεσμα να προκύψει μια μεγάλη φιλία και συνεργασία, με πρώτο πόλο την επόμενη ταινία «Σύζυγοι» (1970). Αυτή τη φορά υπήρχε ένας χρηματοδότης, ο Ιταλός επιχειρηματίας Μπίνο Σιρόνια, αλλά κι ένα συμβόλαιο διανομής με την Columbia. Το τελευταίο προκάλεσε προβλήματα, καθώς το υλικό μονταρίστηκε πάνω από έξι φορές, γιατί άλλοτε δεν άρεσε στο στούντιο κι άλλοτε στον σκηνοθέτη.

Τρεις παντρεμένοι μεσήλικοι Αμερικανοί (Τζον Κασαβέτης, Μπεν Γκαζάρα, Πίτερ Φολκ) κηδεύουν τον καλύτερό τους φίλο. Μη αντέχοντας να γυρίσουν στη μικροαστική ζωή τους, φεύγουν για ένα ταξίδι «ελευθερίας» στο Λονδίνο, όπου χαρτοπαίζουν, μπεκρουλιάζουν και βγαίνουν με πόρνες. Δεν πρόκειται βέβαια για μια άσκοπη σπατάλη ενέργειας, αλλά για μια ανδρική σταυροφορία απεγνωσμένης ζωτικότητας, με το θάνατο να παίζει το ρόλο του καταλύτη, σε ένα σχεδόν ντοστογιεφσκικό υπαρξιακό έργο, που δεν είναι απλώς ψυχογράφημα, αλλά αληθινός ύμνος στην ανδρική φιλία.

«The Killing of a Chinese Bookie»

Αντίθετα με το «Σύζυγοι», το τρίτο μέρος της τετραλογίας του γάμου «Μίνι Και Μόσκοβιτς» (1971) είναι άκρως αισιόδοξο, καθώς πρόκειται για το χρονικό ενός τρυφερού και ρομαντικού έρωτα ανάμεσα σε δύο εντελώς διαφορετικά πλάσματα, που τα ενώνει η μοναξιά σε μια εχθρική μεγαλούπολη. Ένας μέθυσος χίπης (Σέιμουρ Κάσελ) που δουλεύει σε γκαράζ γνωρίζεται με μια αριστοκρατικής καταγωγής υπάλληλο μουσείου (Τζίνα Ρόουλαντς). Η σχέση τους εξελίσσεται με καβγάδες κι ερωτικές εξομολογήσεις, αλλά στο τέλος παντρεύονται και κάνουν και πολλά παιδιά!

Η τετραλογία του γάμου ολοκληρώνεται με το «Μια Γυναίκα Εξομολογείται» («Α Woman Under The Influence», 1974), μια ταινία ολοφάνερα επηρεασμένη από τα γραπτά του Ρ. Ντ. Λέινγκ και του κινήματος της αντιψυχιατρικής, που θεωρούν την οικογένεια ως τoν κατεξοχήν υπαίτιο παράγοντα για την τρέλα ή την όποια πάθηση του νου. Η Μέιμπελ (Τζίνα Ρόουλαντς), σύζυγος του Νικ (Πίτερ Φολκ), ενός εργοδηγού, τυπική νοικοκυρά και μητέρα τριών παιδιών, άψογη στα οικογενειακά της καθήκοντα κατά ομολογία του ιδίου του άνδρα της, έχει μια ιδιαιτερότητα στην επικοινωνία της με τους άλλους, όπως και μια έφεση στην κατάθλιψη, κάτι που την καθιστά στα μάτια των γύρω της ως «λοξή» και κάνει τη συμβίωσή της με τον Νικ μια καθημερινή του δοκιμασία. Ο Νικ την αγαπά, αλλά λίγο η προλετάρια κουλτούρα του, λίγο η θερμόαιμη ιταλική καταγωγή του, τον οδηγούν συχνά σε βίαια ξεσπάσματα (τα σκαμπίλια και οι φωνές είναι στην ημερήσια διάταξη για να την «επαναφέρει» στην ομαλότητα).

Η Μέιμπελ γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος ενός κατασταλτικού μηχανισμού που αυτοπροσδιορίζεται ως ομαλός. Σκοντάφτει στη μη κατανόηση των άλλων και κυρίως στον υστερικό τους φόβο απέναντι στη διαφορετικότητα (που τον εκφράζει με τον πιο παραστατικό τρόπο η πεθερά της, την οποία ενσαρκώνει η Κατρίν Κασαβέτη, η μητέρα του Τζον), γι΄ αυτό και κλείνεται τελικά σε κλινική.

Ο Κασαβέτης γύρισε το «Μια Γυναίκα Εξομολογείται» στο διάστημα 1972-73, αλλά η ταινία προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1974. Η χρηματοδότηση έγινε και πάλι με υποθήκη του σπιτιού του, και με τη βοήθεια του Πίτερ Φολκ. Κανένας όμως Αμερικανός διανομέας δεν δέχτηκε να προβάλει την ταινία, με αποτέλεσμα το ζεύγος Κασαβέτη να αναλάβει μόνο του τη διανομή της, ακόμα και την αφισοκόλληση του διαφημιστικού υλικού. Μάλιστα το φεστιβάλ της Νέας Υόρκης απέρριψε αρχικά την ταινία, η οποία συμπεριλήφθηκε στο πρόγραμμα χάρη στην πίεση που άσκησε ο Μάρτιν Σκορσέζε, από τα ανερχόμενα τότε ονόματα του νέου αμερικανικού σινεμά, μέγας θαυμαστής και φίλος της οικογένειας Κασαβέτη. Η υποδοχή ήταν ενθουσιώδης, ενώ η ταινία βρήκε σιγά- σιγά το κοινό της και στο εξωτερικό, αποφέροντας 16.000.000 δολάρια, ποσό μεγάλο για παραγωγή του Κασαβέτη.

Τα δύσκολα χρόνια

Δεν στάθηκε το ίδιο τυχερός με τις δυο επόμενες ταινίες του, που τον κάνουν να στραφεί και πάλι στην ηθοποιία για να βγάλει τα προς το ζην: το «The Killing Of Α Chinese Bookie» ήταν η πιο μεγάλη εμπορική αποτυχία του, ενώ η «Νύχτα Πρεμιέρας» είχε μια μικρή διανομή στις Η.Π.Α.

Κάθε ταινία του Κασαβέτη αφηγείται την ατέρμονη περιπλάνηση ενός ατόμου, ενός ζεύγους, μιας παλιοπαρέας, σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα, στη διάρκεια του οποίου ο κεντρικός ήρωας (όταν υπάρχει) βρίσκεται σε ένα είδος υπαρξιακής κατάστασης. Στο «Killing», ο Κόσμο Βιτέλι, ιδιοκτήτης ενός καμπαρέ που μόλις ξεχρέωσε, νιώθοντας βασιλιάς του κόσμου, χάνει στο τζόγο 23.000 δολάρια και για να μείνει ο ίδιος ζωντανός πρέπει να σκοτώσει έναν Κινέζο μαφιόζο. Έναν φόνο κατά παραγγελία που εκτελεί με απίστευτο ερασιτεχνισμό, γι' αυτό και πετυχαίνει, χωρίς ωστόσο να του εξασφαλίσει το ποθούμενο μέλλον.

Η τελική σκηνή θα μείνει στην ιστορία του σινεμά ως το πιο ανοιχτό και απροσδιόριστο φινάλε που έγινε ποτέ, με τον αιμορραγούντα Κόσμο (Μπεν Γκαζάρα) να τελειώνει ένα λογύδριο στη σκηνή του στριπτιζάδικου, χωρίς να ξέρουμε αν θα επιβιώσει. Μια από τις λίγες ταινίες «είδους» (νέο-νουάρ) στη φιλμογραφία του Κασαβέτη, γυρίστηκε το 1975 και γνώρισε δύο εκδοχές, μία των 135 λεπτών (1976) και μία συντομότερη των 108 (1978), ενώ δεν προβλήθηκε ποτέ στην Ελλάδα.

«Νύχτα Πρεμιέρας»

Η «Νύχτα Πρεμιέρας» (1977) είναι ίσως η πιο συγκλονιστική ταινία που έγινε ποτέ πάνω στην αγωνία του ηθοποιού, στη σχιζοφρενική ταύτισή του με τους ρόλους, αλλά και στο μεγαλείο που χαρακτηρίζει τη στιγμή της ερμηνείας, όταν ο ηθοποιός καταφέρνει να αγγίξει το κοινό του. Σε μια από τις πρώτες σκηνές της ταινίας, πλήθος θαυμαστών συνωστίζονται γύρω από τη Μιρτλ (Τζίνα Ρόουλαντς), σταρ του θεάτρου, ζητώντας αυτόγραφα. Μια νεαρή θαυμάστρια σκοτώνεται από διερχόμενο αυτοκίνητο μπροστά στα μάτια του ειδώλου της. Το γεγονός αυτό αναστατώνει τη Μιρτλ. Εάν ο φαν αφιερώνει όλο του το είναι στη λατρεία του ειδώλου του, εκείνο, από την πλευρά του τι δίνει ως ανταπόδοση; Μα, τη φενάκη του θεάματος! Με τίμημα τη θυσία της όποιας προσωπικής ζωής.

Η Μιρτλ συνειδητοποιεί ότι αρχίζει να γερνά, χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζει η ίδια ποια είναι: οι διάφοροι ρόλοι που έχει παίξει κατά καιρούς απομύζησαν την ταυτότητά της. Πρέπει λοιπόν να ανακαλύψει ξανά τον εαυτό της, μέσα από μια βασανιστική πορεία μύησης, όπου η κατάκτηση της ταυτότητας συνοδεύεται από την κατάκτηση της ελευθερίας. Η Μιρτλ αρνείται να τη δυναστεύει ο λόγος του θεατρικού κειμένου, αρνείται τη συγκεκριμένη ψυχοσύνθεση της ηρωίδας που παίζει στο θέατρο και σε κάθε παράσταση αυτοσχεδιάζει, προκαλώντας την οργή της συγγραφέως, τον πανικό του παραγωγού και την αμηχανία του σκηνοθέτη.

Όμως στο τέλος θριαμβεύει. Γιατί ο Κασαβέτης πιστεύει απόλυτα στο λειτούργημα του ηθοποιού, του καλλιτέχνη, του παθιασμένου ατόμου που βλέπει την τέχνη ως υποκατάστατο της ζωής. Αυτή είναι η μοίρα του και αν την αποδεχθεί, έστω με τη βοήθεια μπόλικων ποτηριών ουίσκι, θα μεγαλουργήσει. Η «Νύχτα Πρεμιέρας», με την κάμερα στο χέρι να κινηματογραφεί σε γκρο-πλάνα τους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάζουν και τα πάθη να στροβιλίζονται σε μια αληθινή δίνη συναισθημάτων και συγκινησιακών συγκρούσεων, είναι η πιο ολοκληρωμένη σκηνοθετικά δουλειά του Κασαβέτη.

Λίγο πριν το τέλος

Η «Γκλόρια» (1980) είναι η πρώτη ταινία στούντιο (Columbia) του σκηνοθέτη από το 1963, στοίχισε περίπου τέσσερα εκατομμύρια δολάρια και η αρτιότητα της παραγωγής της, όπως και το εξαιρετικά δουλεμένο ντεκουπάζ (που στην κυριολεξία τέμνει από τα πάνω μέχρι τα κάτω την πόλη της Νέας Υόρκης: γενικά πλάνα αέρος, σεκάνς στον υπόγειο, περιπλανήσεις στους δρόμους με ταξί και λεωφορεία), προκάλεσε κάποιες συγχύσεις, κάνοντας κάποιους να μιλήσουν για εμπορικές παραχωρήσεις του Κασαβέτη.

Δουλεύοντας για δεύτερη φορά σε ένα αστυνομικό υποείδος, τη σύγχρονη γκανγκστερική περιπέτεια, όπως είναι για παράδειγμα οι ταινίες του Σκορσέζε, ο σκηνοθέτης θίγει ένα βασικό θέμα αυτών των ταινιών: τους δεσμούς οικογένειας. Μόνο που έχουμε μια ουσιαστική ανατροπή, γιατί δεν είναι δεσμοί ανάμεσα σε μέλη της μαφίας, αλλά σε δυο ξένα άτομα (μια πρώην υπόδικη γκανγκστερίνα κι ένα παιδί που θέλει να δολοφονήσει η μαφία), κάτι που αντίκειται στη λογική και τους νόμους των γκάνγκστερ.

Η Γκλόρια (Τζίνα Ρόουλαντς), κάνοντας αυτή την παράβαση, γνωρίζει ότι είναι εξαρχής ξεγραμμένη, ωστόσο δεν θα υιοθετήσει καμιά μοιρολατρική στάση. Με το πιστόλι στο χέρι θα αγωνιστεί μέχρι τέλος, για να μπορέσει τουλάχιστον να «επιβιώσει» ως ονειρική φαντασίωση του πιτσιρικά (όπως τουλάχιστον μπορεί να ερμηνευτεί η «μαγική» της εμφάνιση στο τέλος, αν και η σκηνή είναι διφορούμενη). Η ταινία στάθηκε η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του Κασαβέτη, τιμήθηκε με το Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας, η Τζίνα Ρόουλαντς διεκδίκησε Όσκαρ, ενώ πριν από μερικά χρόνια ο Σίντνεϊ Λουμέτ γύρισε ένα υποτονικό ριμέικ με τη Σάρον Στόουν!

Στη δεκαετία του ΄80 ο Κασαβέτης αναπτύσσει μια έντονη θεατρική δραστηριότητα, έχει όμως σοβαρά προβλήματα υγείας. To 1980 ανεβάζει στο Λος Αντζελες το έργο του «Εast/West Game», όπου παίζει ο γιος του Νικ, και στη συνέχεια σκηνοθετεί μια τριλογία με το γενικό τίτλο «Τρία Εργα Αγάπης Και Μίσους», αποτελούμενη από δύο δικά του θεατρικά έργα («Μαχαίρια», «Η Τρίτη Μέρα Έρχεται») και από το «Love Streams» του Τεντ Αλαν (όπου έπαιζε η Τζίνα Ρόουλαντς με τον Γιον Βόιτ). Τέλος, το 1987 σκηνοθέτησε το «Μια Γυναίκα Μυστηρίου», ένα έργο που προοριζόταν για το σινεμά, αλλά, επειδή γνώριζε ότι το τέλος του ήταν κοντά, προτίμησε να το ανεβάσει ως θεατρικό.

«Ερωτική Θύελλα»

Το «Love Streams», πάντως, ενέπνευσε κατά μεγάλο μέρος το σενάριο της «Ερωτικής Θύελλας», που τιμήθηκε με τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1984. Η αδελφή (Τζίνα Ρόουλαντς) ενός αλκοολικού εργένη συγγραφέα (Τζον Κασαβέτης) εισβάλλει ξαφνικά στη ζωή του, όταν αποφασίζει να χωρίσει τον άντρα της ύστερα από 15 χρόνια γάμου. Η συμβίωσή τους θα είναι δύσκολη, αλλά ανάμεσα στα δυο αδέλφια υπάρχει ένα είδος συνενοχής στον τρόπο με τον οποίο βιώνουν τη μοναξιά και το πάθος των συναισθημάτων, με αποτέλεσμα η τρυφερότητα που αναπτύσσεται ανάμεσά τους να απαλύνει την υπαρξιακή αγωνία τους. Παρότι δεν είναι η καλύτερη ταινία του, ο Κασαβέτης (που παίζει εδώ ουσιαστικά τον εαυτό του) κινηματογραφεί τα πάντα με τόσο δυνατή συναισθηματική φόρτιση και παρόρμηση, ώστε να δικαιολογείται απόλυτα ο πρωτότυπος τίτλος («Κύματα Αγάπης»).

Η φιλμογραφία του παραδόξως θα κλείσει με μια ταινία που δεν είναι δική του: το 1986 ο φίλος του, Πίτερ Φολκ, και ο Άλαν Αρκιν γυρίζουν την κωμωδία «Big Trouble», αλλά δεν τα βρίσκουν με τον σκηνοθέτη Άντριου Μπέργκμαν και φωνάζουν τον Κασαβέτη να τον αντικαταστήσει στη μέση των γυρισμάτων. Εκείνος, παρότι άρρωστος, δέχεται, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να κάνει κάτι προσωπικό. Ούτως ή άλλως η ταινία στάθηκε παταγώδης εμπορική αποτυχία. Παρότι οι γιατροί τον είχαν ξεγράψει από την εποχή των γυρισμάτων της «Ερωτικής Θύελλας», θα ζήσει μέχρι τις 3 Φεβρουαρίου 1989, αφήνοντας πίσω μια μοναδική πνευματική κληρονομιά που συνεχίζει να επηρεάζει το σύγχρονο σινεμά, ενδεχομένως πιο έντονα από την εποχή που ζούσε.

Σημείωση: Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από παλιότερο τεύχος του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ και από τη στήλη «Οι σκηνοθέτες που αγαπήσαμε». Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής κριτικής, ο Μπάμπης Ακτσόγλου υπήρξε συνεργάτης του περιοδικού και μακροχρόνιος συντάκτης του σινεμά στο ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ.

Η κινηματογραφική ανάμνηση του Τζον ΧιούζO Αλεχάνδρο Χοδορόφσκι και το ανίερο «Ιερό Βουνό» του