«Δόξα τω Θεώ, είμαι άθεος»: Γιατί ο Λουίς Μπουνιουέλ ήταν ο μεγάλος αιρετικός του σινεμά

Γεννιέται σαν σήμερα ο μεγαλύτερος Ισπανός σκηνοθέτης και σημείο αναφοράς του παγκόσμιου κινηματογράφου Λουίς Μπουνιουέλ, ο άπιστος κοσμοπολίτης του ογκώδους και μαζί λεπτεπίλεπτου έργου σατιρικής, και οπωσδήποτε όχι μόνο, αναφοράς.

Από τον Ηλία Δημόπουλο
«Δόξα τω Θεώ, είμαι άθεος»: Γιατί ο Λουίς Μπουνιουέλ ήταν ο μεγάλος αιρετικός του σινεμά

Είναι μια καταπληκτική, αξεπέραστη στη μοναδικότητά της, περίπτωση δημιουργού ο Λουίς Μπουνιουέλ. Η σημερινή γενιά, που κάνει παντιέρα την άγνοιά της αντιμετωπίζοντας το καλλιτεχνικό παρελθόν σαν κάτι άσχετο με την εξέλιξη της σκέψης/τέχνης και δημιουργίας γενικότερα, έχει συμβάλλει κεντρικά στην αποσιώπηση μεγεθών όπως ο Μπουνιουέλ, τακτοποιώντας τους μουσειακά σε ράφια δήθεν υψηλής εκτίμησης, που στην πράξη κανείς δεν επισκέπτεται, κανείς δεν ανατρέχει.

Η σχέση του Μπουνιουέλ με τον Λόρκα ήταν σχέση πνευματικά ερωτική, με τον Νταλί ήταν μια ρήξη που περίμενε να εκδηλωθεί

Η αλήθεια είναι διαφορετική. Ο Μπουνιουέλ ανήκει με ηγετική άνεση στην ελίτ της ιστορίας του κινηματογράφου, με έναν συνεκτικό κορμό 50χρονου έργου που περιφρονεί κανόνες και θεματικά δέοντα, μετακινούμενο από την (αθέλητη) αβάν γκαρντ και τον σουρεαλισμό στην υψηλή σάτιρα και το πάντοτε χιουμοριστικό «δράμα», που βέβαια στο σινεμά του Μπουνιουέλ δεν είναι ποτέ ακριβώς δράμα αλλά μια σχεδόν εντομολογική («είμαι εντομολόγος», έλεγε ο ίδιος) μελέτη της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας και συμπεριφοράς.

«Αν οφείλω σε κάτι τα νεανικά μου χρόνια είναι σε μια εξιδανικευμένη μορφή βαθύτατου ερωτισμού που πήρε τη μορφή της θρησκευτικής μου πίστης και σε μια διαρκή υπόμνηση θανάτου»

Σ’ αυτήν τη δήλωση μπορεί κάποιος να βρει μια σύντομη «εξήγηση», έναν ροδανθό ας πούμε, ενός καλλιτεχνικού έργου. Μόνο που από ένα σημείο και μετά η θρησκευτική πίστη αποκαθηλώθηκε εντελώς για να πάρουν τη θέση της μια αναρχική θεώρηση των πραγμάτων (που οικειοποιήθηκε και η Αριστερά, ως ένα βαθμό με την συγκατάνευσή του, καθώς υπήρξε δηλωμένος Κομμουνιστής για ένα διάστημα), μια στέρεη κριτική απόσταση κι ένα διαρκές δάνειο από έναν ποιητικό σουρεαλισμό που από την αρχή αιμοδοτούσε το έργο του.

Αυτός ο σουρεαλισμός, πηγή ανεξάντλητης γοητείας εδώ που τα λέμε και μιας αναντικατάστατης αίσθησης (του φαντάσματος της) ελευθερίας στο έργο του, όρισε τα σπάργανα της εποχής του Μπουνιουέλ. Σε μια μεσοπολεμική Ισπανία ηφαιστειώδη, ο Μπουνιουέλ, ο Νταλί και ο Λόρκα (ο Μπουνιουέλ όλη του τη ζωή θρήνησε την δολοφονία του) ήταν νεαροί φίλοι που με τα ελάχιστα όρισαν την ισπανική πλευρά του σουρεαλισμού. Η σχέση του Μπουνιουέλ με τον Λόρκα ήταν σχέση πνευματικά ερωτική, με τον Νταλί το πράγμα ήταν μια ρήξη που περίμενε να εκδηλωθεί.

Το «Ένας Ανδαλουσιανός Σκύλος» (1929) έπεσε σαν επιθετικός κεραυνός εν αιθρία σε μια εποχή βαυκαλιζόμενη με την εγκεφαλικότητα της αβάν γκαρντ της. Παρά το γεγονός του ότι σήμερα και αυτός μοιάζει προϊόν της, στην πραγματικότητα ο άκρατος φροϋδισμός, το σοκ και η ονειρική συνοχή του, απελευθέρωνε από τις συμβάσεις μιας νοοτροπίας που ήθελε να εξηγεί αιτιοκρατικά τον κόσμο, να «βγάζει νόημα και μήνυμα» από το καθετί. Παρίσι και Μαδρίτη παραμιλούσαν, ο Μπουνιουέλ, μετά από μια θητεία δίπλα στον Ζαν Επστάιν, όντας ο μόνος άλλωστε κινηματογραφιστής του κινήματος, εισερχόταν στην ομάδα του Αντρέ Μπρετόν, του σουρεαλιστή των σουρεαλιστών της μεγάλης σχολής του ’30 που απλώνονταν σ’ όλη την προπολεμική Ευρώπη.

Για να παιχτεί στην Αμερική η «Χρυσή Εποχή», έργο προκλητικό, πειραματικό, σοκαριστικό, χρειάστηκαν 49 ακριβώς χρόνια!

Στη Μαδρίτη, οι Ντε Νοάιγ, μαικήνες του σουρεαλιστικού κινήματος, πλήρωσαν την δεύτερη ταινία του Μπουνιουέλ, την θρυλική «Χρυσή Εποχή» ένα καταπληκτικό έργο πάνω στο σεξ και τον θάνατο (και το πρώτο έργο με μουσική Μότσαρτ!), προκλητικό, πειραματικό, σοκαριστικό. Τόσο που για να παιχτεί στην Αμερική χρειάστηκαν 49 ακριβώς χρόνια. Μιλώντας για το να είσαι μπροστά από την εποχή σου…

Στη «Χρυσή Εποχή», οι σχέσεις Μπουνιουέλ –Νταλί έχουν φτάσει σε ρήξη. Οι πολιτικές τους διαφωνίες και το ότι σε κάποια φάση ο σκηνοθέτης χύμηξε να πνίξει την Γκαλά (περίφημη σύντροφο του ζωγράφου) δεν βοήθησαν την κατάσταση και, σύμφωνα με τις φήμες, ο Νταλί εξεδιώχθη από τα γύρισμα με τον Μπουνιουέλ να τον κυνηγά μ’ ένα σφυρί.

Από το Χόλιγουντ στο Μεξικό

Η σχέση του σκηνοθέτη με το Χόλιγουντ ήταν μια σχέση χρείας-αδιαφορίας. Βρέθηκε εκεί στην δεκαετία του ’30, αρχικά για να μάθει πράγματα πάνω στην τεχνική της δουλειάς και στην συνέχεια, στα τέλη του ’30, σαν ένας παρίας χωρίς αντικείμενο που συνέχιζε να κάνει παρέα με διάφορους μετανάστες δημιουργούς, τον Στέρνμπεργκ, τον Αϊζενστάιν, τον Μπρεχτ, τον Τσάπλιν (που άτυπα βοήθησε σε κάποια γκαγκς του «Μεγάλου Δικτάτορα»).

Στις αρχές της δεκαετίας του ’40 η ανθοφορούσα συνεργασία του με το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη διακόπηκε από την αυτοβιογραφία του Νταλί που τον ανέφερε σαν «άθεο κομμουνιστή». Τρόμος κατέλαβε τους πάντες και ο Μπουνιουέλ εξεδιώχθη ουσιαστικά από το Χόλιγουντ για τρίτη φορά, όχι προτού περάσει μία από το ξενοδοχείο που διέμενε ο Νταλί με σκοπό να τον πυροβολήσει στο πόδι. Δεν το έκανε.

Στα μέσα του ’40, ο Μπουνιουέλ εισέρχεται στην μεξικανική του περίοδο και την ουσιαστική έναρξη μιας σκηνοθετικής καριέρας που είχε διακοπεί από τον Ισπανικό Εμφύλιο. Εκεί, μεταξύ άλλων, θα έρθει το «Los Olvidados» (1950), με τον 50χρονο (!) Μπουνιουέλ να ξεσηκώνει θύελλα επευφημιών στις Κάννες, να κερδίζει το βραβείο σκηνοθεσίας και να κάνει τον Αντρέ Μπαζέν να παραληρεί ξαναβρίσκοντας τον σκηνοθέτη της «Χρυσής Εποχής» και (ιδίως) του «Γη Χωρίς Ψωμί», ανυποχώρητο, ασυμβίβαστο, μπροστάρη σ’ ένα σινεμά νεορεαλιστικής φλέβας ανθρωπισμού και κοινωνικής ευαισθησίας.

Ο Μπουνιουέλ δεν έφυγε ποτέ από το Μεξικό, όμως η διαδοχή σκηνοθεσιών του στη χώρα (τα περισσότερα αξιοπρόσεκτες ταινίες είδους, μελοδράματα ως επί το πλείστον) του άνοιξε τον δρόμο για την επιστροφή στο ευρωπαϊκό στερέωμα στο οποίο και θα έβρισκε την δόξα του. Το 1960 ξεκινά με το «Young One», στα αγγλικά γυρισμένο, που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων για την φυλετική τόλμη του και αδίκως δεν μνημονεύεται στην ίδια πρόταση με γνωστότερες ταινίες όπως το (κατώτερο) «Baby Doll» (1956) του Καζάν. Από εκεί και μετά, έστω κι εγκυκλοπαιδικά η διάσημη εργογραφία ξεκινά. «Βιριδιάνα», «Εξολοθρευτής Άγγελος», «Το Ημερολόγιο μιας Καμαριέρας», «Η Ωραία της Ημέρας», «Ο Γαλαξίας», «Τριστάνα» ακριβώς το 1970, ένα πραγματικά αδιανόητο σερί με οποιαδήποτε κριτήρια.

Τρία αριστουργήματα πριν το τέλος

Στο διάστημα αυτό ο Μπουνιουέλ έχει βρει και το συν-σεναριακό alter ego του, τον Ζαν-Κλωντ Καριέρ, έναν άνθρωπο που κατάλαβε όσο κανείς τον τρόπο της δημιουργίας του σκηνοθέτη. Η δεκαετία του ’70, αντί της ηλικιακής δύσεως, πρότεινε τρία αριστουργήματα, διάσημα επίσης και πολυβραβευμένα. Την «Κρυφή Γοητεία της Μπουρζουαζίας», το «Φάντασμα της Ελευθερίας» και το κύκνειο άσμα του, το «Σκοτεινό Αντικείμενο του Πόθου».

Όμως, ας μου επιτραπεί. Οπωσδήποτε κάθε σινεφίλ οφείλει στο γούστο και τον χαρακτήρα του καθένα από τα αριστουργήματα της όψιμης περιόδου του σκηνοθέτη. Εκείνα που ο λάτρης χρειάζεται, κι ας μην το ξέρει, είναι τα αποστάγματα της μεξικανικής περιόδου του δημιουργού, ασυνήθιστες σε σχέση με το μετέπειτα έργο του ταινίες, που ισορρόπησαν το είδος, το θέαμα (ακόμα κι ένας «Ροβινσώνας Κρούσος» του 1954 – η πρώτη έγχρωμη, και τι χρώμα, ταινία του – το «Ναζαρέν» φυσικά, το «El», τον «Θάνατο σε Αυτό τον Κήπο» (ε.τ. «Οι Πέντε Φυγάδες»), στα γαλλικά αυτό, με Σιμόν Σινιορέ, Σαρλ Βανέλ και Μισέλ Πικολί ή την τελευταία ταινία του Ζεράρ Φιλίπ, που πέθανε στα γυρίσματα, η οποία στην Ελλάδα είχε τον γραφικό τίτλο «Στον Πυρετό της Ηδονής» («La Fièvre Monte à El Pao» στη γλώσσα του).

Αυτά και πολλά άλλα που δεν μπορούν να μνημονευθούν σ’ ένα υποτιθέμενα συνοπτικό κείμενο. Κι όλα τους μ’ εκείνη την αφάνταστη σκηνοθετική οικονομία του Μπουνιουέλ (συνηθέστερα 90λεπτη, πολλές φορές και αρκετά λιγότερο!), την βασισμένη στο κινηματογραφικά γραμμένο σενάριο που στις σκηνές του περιέχεται το ντεκουπάζ. Όπως ο Τζον Φορντ, ο Μπουνιουέλ γυρνούσε αστραπιαία τα έργα του, ξέροντας ακριβώς το πλάνο, σαν τον Χίτσκοκ γνωρίζοντας ακριβώς τι είναι αυτό που θέλει στο κάδρο του, πρακτικά μη επιτρέποντας δεύτερο τρόπο να μονταριστεί η ταινία στη μουβιόλα. Κι όλα τους τονισμένα μ΄ έναν χρήσιμο, ωφέλιμο, φοβερά διασκεδαστικό, ανήσυχο σουρεαλισμό, μιαν ονειρικά ελεύθερη απάντηση στον λογικισμό. Κι όλα τους με χρήσιμες, ωφέλιμες, φοβερά διασκεδαστικές νύξεις κριτικής, στην θρησκεία, αλλά και την αθεΐα, την εκκλησία, του θεσμούς, τα πάθη, τα λάθη και τις κρυμμένες μας εμμονές.

Οσκαρική ιστορία: Πρεμιέρα σαν σήμερα του «Συνέβη μια Νύχτα» (1934) του Φρανκ ΚάπραΒίντεο: 10 μουσικά score που τίμησαν το σινεμά