Κρίστοφερ Νόλαν: Ο Λονδρέζος που άλλαξε το Χόλιγουντ

Ένας προκλητικά ευφυής δημιουργός που εξέλιξε το σινεμά δράσης και «μυάλωσε» το blockbuster έχει γενέθλια. Happy Birthday mr Nolan!

Από τον Ηλία Δημόπουλο
Κρίστοφερ Νόλαν: Ο Λονδρέζος που άλλαξε το Χόλιγουντ

Πενήντα ετών σήμερα ο Κρίστοφερ Νόλαν, Αυτού Μεγαλειότης για εκείνους που έψαχναν χρόνια έναν σκηνοθέτη νεότερης γενιάς που θα παντρέψει το blockbuster με το μυαλό (ασύμβατα αυτά τα δύο όπως έχει πάει το πράγμα...), τοτέμ κανονικό για αρκετούς άλλους που πίνουν νερό στ' όνομά του και τον θεωρούν κορυφή μιας εποχής που χρειάζεται να ξέρει πως έχει τα δικά της σημεία αναφοράς (να τους απαντήσουμε πως κάθε εποχή έχει - αυτά που της αναλογούν) και οπωσδήποτε «πάνω από τη μαρκίζα» όνομα  για τους παραγωγούς μιας και η εμπορική του επιτυχία διαδέχεται η μια την άλλη.

Κι έναν σκηνοθέτη που καταφέρνει δικές του ιστορίες να τις κάνει κτήμα ενός μαζικού συνειδητού ή, ακόμα περισσότερο, κάνει ταινία την «Δουνκέρκη» και φέρνει πάνω από μισό δις δολλάρια σ' όλο τον κόσμο, τον σέβεσαι. Έστω κι αν πρέπει πρώτα-πρώτα να δεχθείς το έρεισμά του – δηλαδή την πολιτισμική του σημασία.

Βέβαια, πέρα από το έρεισμα, υπάρχει και η κριτική. Για έναν σκηνοθέτη που (παραδέχεται πως) η αισθητική του ξεκινά από τον Φριτς Λάνγκ – γιατί μη νομίζετε πως οι παράλληλες δράσεις δεν είναι τουλάχιστον 85 χρονών από τον καιρό του, τόσο ανώτερου, δεύτερου «Μαμπούζε» του απλησίαστου Βιενέζου σκηνοθέτη – ο Νόλαν έχει ένα βασικό πρόβλημα, που εν πολλοίς έδειξε πως μπορεί (ή θέλει) να το λύσει μόνο στην τελευταία του ταινία: Οι ταινίες του είναι βερμπαλιστικές, δαιδαλώδεις στην πλοκή κι επεξηγηματικές ενώ είναι αδύναμες στην εικονογραφία τους.

Και δεν μιλά κανείς για την έμπνευση των εφέ ενός «Inception» (που όμως αν τη συγκρίνεις με την -συγκριτική- απουσία εφέ ενός πρώιμου «Ιντιάνα», ωχριά εικονογραφικά) αλλά για μια συνολική αδυναμία, με εξαιρέσεις φυσικά, να στηρίξει το έργο οντολογικά ή/και με την έννοια του set-piece, επαφιέμενος αντ' αυτού σ' ένα φανταχτερό μοντάζ εντυπώσεων, στο πανταχού παρόν και πάντα πληρόν σάουντρακ και, οπωσδήποτε, στην ευρηματικότητα της πλοκής. Η τελευταία δε, καθώς πρέπει να συνδυασθεί με μια βαρύγδουπη ποπ κουλτούρα – είπαμε ο Νόλαν, και καλά κάνει, ενδιαφέρεται για τα εισιτήρια – δραστηριοποιεί την εξυπνάδα του σκηνοθέτη που όντως έχει παραδώσει μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες του χολιγουντιανού mainstream των τελευταίων πολλών χρόνων.

Ο Νόλαν είπε καλημέρα μ' ένα ωραιότατο, ασπρόμαυρο νεο-νουάρ, το «Following», σύντομα προϊδέασε πως τα παιχνίδια με τον χρόνο θα είναι στην ημερήσια διάταξη με το «Memento» που άρεσε σε αρκετούς, για να κλείσει την πρώτη του εποχή μ' ένα θρίλερ κλασικής κοπής, το «Insomnia» που ήταν και η πρώτη (και μοναδική ως σήμερα) φορά που δεν στηρίχθηκε σε δικό του σενάριο.

Η δεύτερη περίοδος εγκαινιάζεται με το «Batman Begins», δίνει την, κατά τον υπογράφοντα, μία από τις δύο καλύτερές του ταινίες στη συνέχεια («Inception») και κορυφώνεται, για τους περισσότερους, με τον «Σκοτεινό Ιππότη», μια ταινία κανονικά επικολυρική, μελοδραματική σε βαθμό (όχι απαραίτητα καλής) ανατριχίλας και φοβερά προβληματική στο ότι όλοι θυμούνται τον κακό της αλλά όχι (και) τον ήρωά της. Σα να το κατάλαβε και ο ίδιος ο Νόλαν, όχι πως αυτά διορθώνονται έτσι εύκολα (ιδίως με ένα δις εισπράξεις κι ένα #4 στους χρήστες IMDb...) δοκίμασε να κλείσει την τριλογία του αρκετά διαφορετικά στο κατά πολύ ανώτερο «Dark Knight Rises», όνομα και πράγμα, που πέτυχε εξίσου στα εισιτήρια αλλά κατρακύλησε στο 66 των προναφερθέντων χρηστών.

Η ανάσταση του Καλού απελευθέρωσε τον Νόλαν προς άλλες κατεθύνσεις, οπότε, τι να κάνει κι αυτός, σειρά πήρε το διάστημα. Το «Interstellar» είναι εντυπωσιακό, αγαπήθηκε μανιακά, έκανε αδιανόητα εισιτήρια για μια ταινία της οποίας την πλοκή κανείς δεν καταλάβαινε στην πρώτη (τουλάχιστον) προβολή, και είναι, ενδεχόμενα η πιο αδύναμη στιγμή του. Ο βερμπαλισμός χτυπάει κόκκινο, η ακατάσχετη επιστημολογία αδειάζει το έργο από συναίσθημα που ο Ζίμερ – με δάνεια από Φίλιπ Γκλας, μεταξύ άλλων – καλείται να ανταποδώσει, ο Μακόναχι κλαίει γοερά σ' όλο το έργο, πως να μείνεις ασυγκίνητος τόσο καλά που το κάνει, όμως η από δώ αλήθεια λέει πως σ' όλο το έργο η νολανική επιτομή σκιαγραφείται: Εξαιτίας ενός εντυπωσιακού γυρίσματος και κάποιων διάσπαρτων twists, γεμίζεις μ' ένα δέος προσδοκίας που στην πραγματικότητα είναι πολύ φθηνό να εξαργυρώνεται μ' ένα κλάμα. Το αίσθημα έχει αντικατασταθεί από τον συναισθηματισμό κι οι θεατές χωρίζονται σ' αυτούς που το εκτιμούν αυτό και σ' αυτούς που το αρνούνται.

Να είσαι τόσο ευφυής που να μην μπορείς να το καμουφλάρεις αντιβαίνει την έννοια της ευφυίας σου. Ο Νόλαν είχε εξαντλήσει τα όρια αυτού του σινεμά, του είχε προσδώσει από μια μασκαρεμένη, φανατική εκδοχή σινεφιλίας («Prestige») μέχρι μια επίφαση μοντέρνου αλισιβερισιού με την ποπ-κόμικ κουλτούρα, όλα τους εξαιρετικά επιτυχημένα στο, αντίστοιχο, κοινό τους. Όμως ένας άνθρωπος σαν αυτόν, έπρεπε να το έχουμε οσμισθεί, θα ήθελε κάποτε να παίξει και στο γήπεδο των πραγματικά μεγάλων.

Και η «Δουνκέρκη» είχε βρει τον λόγο της παρασκευής της. Λες και για να απαντήσει σε μια εσωτερική του επίκριση, ο Νόλαν με την «Δουνκέρκη» επωμίσθηκε την βρετανική κουλτούρα, ανέλαβε όμως και να συνεχίσει ένα σινεμά-δημιουργού που και μόνο η ιδέα μιας τέτοιας ανάληψης από έναν άνθρωπο στη θέση του θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτοκτονική. Η «Δουνκέρκη» θέλει (και καταφέρνει) να αποτελέσει μια επίδειξη των εκφραστικών μέσων του σινεμά. Με μοντάζ και ήχο στο πρώτο, εκκωφαντικό πλάνο, με ένα κάδρο χωροχρονικής αυτοτέλειας που όμοιό του δεν είχε ποτέ πριν καταφέρει, ο Νόλαν κατάφερε με την «Δουνκέρκη» να εισέλθει αυτοδίκαια στη λέσχη των μεγάλων δημιουργών του κινηματογράφου και να καταστεί σε μια νεαρότατη ηλικία ένας από τους, περιορισμένους πια, καλλιτέχνες του σινεμά που επιθυμούμε διακαώς να αντιμετωπίσουμε το επόμενό του εγχείρημα.

Το πολυαναμενόμενο «Tenet» που έχει δεινοπαθήσει λόγω πανδημίας στις μετακινήσεις το τελευταίο διάστημα, αναμένεται στις ελληνικές αίθουσες 26 Αυγούστου.

Μπέργκμαν για πάντα! Οι 20 ταινίες που πρέπει να δεις«Το τραγούδι δεν είναι μόνο χρήσιμο, αλλά απαραίτητο»: 10 ερωτήσεις στον Μίκη Θεοδωράκη από το ΣΙΝΕΜΑ