Με την κάμερα για καβαλέτο: 13 ταινίες που το σινεμά «ζωγραφίζει»

Το σινεμά αγαπά την ζωγραφική και με αφορμή μια κινηματογραφική εβδομάδα που το αποδεικνύει δις («Το Πορτρέτο μιας Γυναίκας που Φλέγεται» και «Μη Χαμηλώνεις το Βλέμμα»), βρήκαμε για σας μιας ακόμα ώθηση ταινιοθεραπείας με ταινίες που έχουν την ζωγραφική μεράκι, σεναριακό όπλο και καμάρι τους.

Από τον Ηλία Δημόπουλο
Με την κάμερα για καβαλέτο: 13 ταινίες που το σινεμά «ζωγραφίζει»

Άλλοι θα σου πουν πως όλα ξεκινούν απ’ το σενάριο. Δεν μπορείς να τους ψέξεις, αν και η αντίληψη της σχέσης του σεναρίου με το τελικό αποτέλεσμα είναι μια μεγάλη κουβέντα. Αν όλα ξεκινούσαν από το σενάριο, τότε αν δύο σκηνοθέτες γύριζαν ακριβώς το ίδιο σενάριο του «Ψυχώ» ή της «Οδύσσειας του Διαστήματος» η ταινία θα έπρεπε να είναι εξίσου αριστουργηματική. Δεν συμβαίνει αυτό, κάτι μεσολαβεί. Μεσολαβεί το μοντάζ, μεσολαβούν οι επιλογές των προσώπων, το καστ πίσω από την κάμερα (σκηνογράφοι, μουσικοί), μεσολαβεί το κάδρο. Κι εδώ ακριβώς η ζωγραφική έχει κοινό τόπο με το σινεμά. Ο ζωγράφος είναι ο πρώτος καλλιτέχνης του mise en scene, ο πρώτος δηλαδή που αποφάσισε πως τα περιεχόμενα της ζωγραφιάς του, ο συσχετισμός, η τοποθέτηση των αντικειμένων και οι δυναμικές τους σχέσεις είναι το περιεχόμενο της δουλειάς του.

«Μπάρι Λίντον» (1975) του Στάνλεϊ Κιούμπρικ - ο σκόπιμος απών της λίστας, να μην αδικούνται οι υπόλοιποι...

Στο σινεμά η σημασία του mise en scene περνάει πια απαρατήρητη κι ένας λόγος είναι πως η κριτική έχει αποδυναμωθεί (και με δική της ευθύνη) και οι δημιουργοί εξισορροπούν την αδυναμία -ή αδιαφορία τους- να στήσουν πλάνα, με μοντάζ και θόρυβο. Ωστόσο η ιστορία μιας τέχνης, καλά να ‘μαστε, έχει αναρίθμητα παραδείγματα κάδρων για διάλεξη. Ταυτόχρονα όμως το σινεμά απέτισε συχνά φόρο τιμής στην μαμά ζωγραφική χρησιμοποιώντας έναν (ή περισσότερους) πίνακες σαν σεναριακά οχήματα για να προχωρήσει η πλοκή.

Από τον «Δεσμώτη του Ιλίγγου» (παντού μέσα αυτό το έργο) μέχρι το «Τέλειο Χτύπημα» του Τορνατόρε κι από τα κάμποσα art heist έργα με ληστείες ζωγραφικών έργων τέχνης μέχρι έργα δημιουργών συνδεδεμένων με την ζωγραφική (Γκρίναγουεϊ, Βισκόντι, Τζάρμαν) και ταινίες που βιογραφούν ζωγράφους, το σινεμά έχει συχνά προστρέξει για βοήθεια. Εμείς διαλέξαμε ταινίες που δεν είναι άμεσες, «στεγνές» βιογραφίες καλλιτεχνών. Αντ’ αυτού, που το αφήνουμε για προσεχή στιγμή (είναι πάρα πολλά), πήγαμε σε έργα που θυμάσαι γιατί ένας ή περισσότεροι πίνακες υπήρξαν με τον δικό τους τρόπο η σεναριακή και θεματική σπονδυλική στήλη ενός έργου.

Πάμε λοιπόν!

 

«Laura» (1944) του Όττο Πρέμινγκερ
Ορισμικό νουάρ αλλά και οριστική ταινία πάνω στο φάντασμα και το ανεπίτευκτο της φαντασίωσης, η τελειότητα του Πρέμινγκερ έχει έναν πίνακα της πρωταγωνίστριας που δίνει τα όνομά της στον τίτλο του έργου. Υπό το βλέμμα του πίνακα αυτού οργανώνεται ένα ολόκληρο έργο, υπό την σκιά της fatale ομορφιάς της δρομολογείται η πτώση του νουαρικού ανδρός, στην αχλή της φαντασίας της συμβαίνει ενδεχομένως κι ένα από τα ωραιότερα twist του σινεμά.

«Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» (The Picture of Dorian Gray, 1945) του Άλμπερτ Λιούιν

Πολλές φορές έχει γυριστεί το διάσημο έργο του Όσκαρ Γουάιλντ, πολλές έχει ατυχήσει, όχι όμως κι εδώ. Με ασυναγώνιστο σύμμαχο τον Τζορτζ Σάντερς για Λόρδο Χένρι και μια θαυμάσια φωτογραφία (το Όσκαρ εκείνης της χρονιάς), η μεταφορά αυτή είναι αυτόματο entry στη λίστα μας λόγω θέματος βέβαια, αλλά θεμελιώνεται από το πόσο αισθαντικά και αμοραλιστικά καταλαβαίνει μιας ιστορία που μέσα της η ηθικολογία και η έκπτωση του χαρακτήρα πολεμούν εξοντωτικά με θύμα την ανθρώπινη φύση.

«Η Κάλπικη Λίρα» (1955) του Γιώργου Τζαβέλλα
Κρίμα είναι επειδή μόνο η τέταρτη ιστορία του σπονδυλωτού έργου του σκηνοθέτη ταιριάζει στη λίστα μας να την αφήσουμε απ’ έξω. Άλλωστε στο μοραλιστικό, αντί-υλιστικό αυτό κόσμημα, η ιστορία του Παύλου και της Αλίκης παραμένει ως σήμερα (κι όμως!) ένα από τα μεγαλύτερα ρομαντικά κρίματα που έχουμε δει. Στη μέση ένας πίνακας, για εκείνη θυσία για εκείνον ματαιοδοξία. Η αγάπη συχνά βροντοφωνάζει με ψίθυρο και όσοι δεν δύνανται δεν ακούν. Όπως και να ‘χει η Λαμπέτη, ο Χορν, μαζί μ’ ένα βάρος μεγαλύτερο απ’ τη ζωή που μόνο το σινεμά δικαιολογεί, κι η τυχαία τους σύντομη συνάντηση στην Ηρώδου Αττικού, όρισε την ρομαντική λύπη για το ελληνικό σινεμά.

«Αγωνία και Έκστασις» (The Agony and the Ecstasy, 1965) του Κάρολ Ριντ
Χολιγουντιανή εκδοχή της δημιουργίας της Καπέλα Σιξτίνα με τον Τσάρλτον Ίστον Μικελάντζελο και τον Ρεξ Χάρισον Πάπα Ιούλιο;! Κι όμως ναι, σ’ ένα έργο που, αρμοστά, είναι στα μάτια του θεατή του, έχει ελαττώματα, έχει όμως κι εκείνη της ευεξία της αρτιότητας χωρίς την αφέλεια του χολιγουντιανού διαβάσματος. Η ιστορία είναι έτσι κι αλλιώς φοβερά ενδιαφέρουσα, ο Πάπας ήταν έξαλλος με τον Μικελάντζελο και ο Χάρισον με τον Ίστον (δεν μιλιόντουσαν) και το έργο έκανε κάποιες εισπράξεις κι απέφερε και πέντε «καλλιτεχνικές» (Κοστούμια, Μουσική, Σκηνογραφία, Φωτογραφία, Ήχος) οσκαρικές υποψηφιότητες. Εν συνεχεία πέρασε αμίλητα στην μουσειακή ιστορία από την οποία κάνουμε μια απόπειρα να το ελευθερώσουμε.

 

«Αντρέι Ρουμπλιόφ» (1966) του Αντρέι Ταρκόφσκι
Η μία από τις δύο παρασπονδίες της λίστας. Όμως το ποταμιαίο αριστούργημα του Ταρκόφσκι υπερβαίνει τόσο την βιογραφία, όσο η πίστη που το διακατέχει την απλή θρησκευτική εικονογραφία. Υπόδειγμα και αιωνόβιο παράδειγμα εσωτερικού επικού σινεμά ανατολικής κοπής, μια ταινία που αν δεν μπεις εσύ μέσα της, να συμβληθείς με τον παλμό της, εκείνη δεν θα σου κάνει ποτέ τη χάρη. Στον Μπρέζνιεφ δεν άρεσε η παρουσίαση της μεσαιωνικής Ρωσίας (οπότε το έργο λογοκρίθηκε για χρόνια), και είναι λογικό μιας και ο Ταρκόφσκι έχει συντάξει μια απαράμιλλη πραγματεία πάνω στο ρώσικο Είναι, την καλλιτεχνική ελευθερία και την Ορθοδοξία σαν οργανικό κομμάτι της εθνικής ψυχής της χώρας του.

«Το Συμβόλαιο του Σχεδιαστή» (The Draughtsmans Contract, 1982) του Πίτερ Γκρίναγουεϊ

Δεν θα ήταν δυνατόν να λείπει ο Γκρίναγουεϊ απ΄ τον χορό, ο κατά μία έννοια πρώτος αρμόδιος επιτετραμένος της ζωγραφικής στο σινεμά. Κι απ’ όλα του, δύσκολα μπορείς να διαλέξεις άλλο από αυτό το με όλες τις έννοιες κομψοτέχνημα, στο οποίο οι ζωγραφιές ενός καλλιτέχνη συμβάλλουν ακόμα και στην διαλεύκανση μιας υπόθεσης δολοφονίας. Κάπως έτσι το σινεμά κουβεντιάζει το πώς η τέχνη απογυμνώνει στα βασικά αλλά, ακόμα πιο πολύ, το γεγονός πως ένα έργο τέχνης είναι φτιαγμένο να αντέχει (αλλά και να χρειάζεται) τις ερμηνείες του θεατή του. Νάιμαν μουσική επίσης, ιστορικά πράγματα.

«Η Ωραία Καυγατζού» (La Belle Noiseuse, 1991) του Ζακ Ριβέτ
Δύστροπο έργο, τέλειο όμως ως προς τις προθέσεις του και βασικό για την υπόθεση πάνω στην διαδικασία της ζωγραφικής (κι όχι μόνο) δημιουργίας. Οι τέσσερεις ώρες είναι αποτρεπτικές για την πραγματεία του Ριβέτ, όχι όμως και τόσο όταν η Εμανουέλ Μπεάρ παρελαύνει στο μισό έργο σαν το γυμνό μοντέλο του ζωγράφου Πικολί, ενώ απρόσκοπτα η ιστορία κουβεντιάζει τα όρια και της δυνατότητες της τέχνης. Σκελετικό έργο, κι ας αποξενώνονται οι αμύητοι, μιας διαφορετικού τύπου φιλοσοφικής όσο και γήινης σκηνοθετικής αντίληψης.

«Καλύτερα Δεν Γίνεται» (As Good as it Gets, 1997) του Τζέιμς Λ. Μπρουκς
Το απόλυτο χολιγουντιανό feelgood, με αέρα πράγματι ξέγνοιαστων εποχών για την βιομηχανία, έχει υποπλοκές που στηρίζουν με σεναριακή τελειότητα το έργο και μία από αυτές είναι ο χαρακτήρας του ζωγράφου Γκρεγκ Κινίαρ που σε μια ωραιότατη σκηνή θα αποτυπώσει ζωγραφικά την Έλεν Χαντ καταλαβαίνοντας και αυτός πως όταν έχεις πάθη, «καλύτερα δεν γίνεται».

 

«Θα σε Βρω στον Παράδεισο» (What Dreams May Come, 1998) του Βίνσεντ Γουόρντ
Κλασικό παράδειγμα ταινίας που το κοινό αγαπά και οι κριτικοί γκρινιάζουν. Ακατάσχετο μελόδραμα, θα σου πουν, δεν θα έχουν τελείως άδικο, αλλά υπάρχουν πολλές μικρές «συγγνώμες» και μια μείζονα πίστη στην Τέχνη (την ζωγραφική κιόλας) που απαλύνει την απώλεια και, ίσως, οδηγεί στην ποθούμενη ένωση. Θρησκευτικά πιστό στην σημασία της τέχνης έργο, πλημμυρισμένο μοναδικά χρώματα (μιας και ο ήρωας ζει μέσα στους πίνακες της χαμένης γυναίκας του) και μια μεταφυσική άνεση από έναν ερημίτη Νεοζηλανδό σκηνοθέτη που έπρεπε να γνώριζε περισσότερος κόσμος.

«Θεοί και Τέρατα» (Gods and Monsters, 1998) του Μπιλ Κόντον

«Κλέβουμε» λιγάκι. Διότι εδώ διακυβεύεται η λατρεία επί ενός έργου που άνοιξε τα χαρτιά μας, έμαθε πως με τον «Φρανκενστάιν» (και τη «Νύφη» του) φωλιάζουμε παραμυθένια από 10 χρονών παιδιά και το έκανε σινεμά. Διότι η ξεχασμένη αυτή ταινία είναι το μυστικό μονοπάτι ανάμεσα στην πραγματικότητα της ζωής και την αλήθεια του σινεμά. Κι είναι για τον πόνο του δημιουργού που γίνεται ευεξία μας. Ωστόσο, να δικαιολογηθούμε, αν ο Τζέιμς Γουέιλ δεν ήθελε να ζωγραφίσει το πορτρέτο ενός καλόκαρδου κηπουρού, τίποτα από αυτή την ιστορία δεν θα συνέβαινε τόσο οργανικά.

«Frida» (2002) της Τζούλι Τέιμορ
Φαινομενικά παρασπονδία η επιλογή μιας βιογραφίας είναι όμως αυτή η βιογραφία κι εξηγηθήκαμε. Μπορεί να μην είναι ένα αλάνθαστο έργο (δεν πειράζει, τα ελαττώματα είναι συχνά ωραιοποιητικά και στο σινεμά), είναι όμως ένα βιωματικό έργο που καπνίζει από το αμέριστο πάθος της πρωταγωνίστριάς του. Οι πίνακες εδώ δεν αντιμετωπίζονται από την σκηνοθεσία σαν παράγωγα μιας ιδιότητας, είναι ο σφυγμός, τα όνειρα κι ο καημός ενός ανθρώπου που είχε την τέχνη του σαν μοναδική οδό εξόδου από μια πάνδεινη πραγματικότητα.

«To Κορίτσι με το Μαργαριταρένιο Σκουλαρίκι» (Girl With a Pearl Earring, 2003) του Πίτερ Γουέμπερ
Ο Βερμίερ (Κόλιν Φερθ) ζωγραφίζει τον κλασικό του πίνακα, η Σκάρλετ Γιόχανσον είναι η υπηρέτρια περί της οποίας ο λόγος και στη μέση της ιστορίας, που βασίζεται σε μια ιστορική νουβέλα (μυθοπλαστικό το γεγονός που περιγράφεται), ένα ζωγραφισμένο κορίτσι με μυθικά διφορούμενο βλέμμα και μια άσκηση στο φως που ακόμα φέρεται σαν σημείο αναφοράς. Κλασική ταινία καλοαναθρεμμένου κοινού χωρίς όμως να γίνονται και σημαντικές παραχωρήσεις στο κινηματογραφικό βάρος.

«The Fall» (2006) του Τάρσεμ Σίνγκ

Η πιο παράξενη και κατά κάποιον τρόπο παράταιρη ταινία της λίστας. Βλέπεις, το σύνολο  αυτού του γεννημένου εικονογράφου δεν είναι βασισμένο σε έναν πίνακα. Είναι όμως διαρθρωμένο πάνω σε μια φουλ ζωγραφική λογική συστήνοντας μια σημασία στις επιφάνειες, το χρώμα και την αφήγηση που την κάνει ξεχωριστή από κάθε άλλη μυθοπλασία της ιστορίας του σινεμά. Μια εκπάγλου καλλονής εικαστική περιπέτεια, μια γιορτή αισθητικής ηδονοβλεψίας, ένα ανεπανάληπτο φιλμ που έχει και μια ωραία νύξη πάνω στην έννοια της αφήγησης.

«Είναι σαφώς ανώτερο να σκανδαλίσεις μέσω μιας ιδέας»: Η Αντέλ Ενέλ μιλά στο cinemagazine.gr41 χρόνια υπό τους σπαρακτικούς ήχους της «Φθινοπωρινής Σονάτας»