Motorcycle Emptiness: Πώς ο Ματ Ντίλον έγινε ο θρυλικός «Αταίριαστος»

Ο Ματ Ντίλον έγινε την εβδομάδα που μας πέρασε, 57 ετών. Με αφορμή τα γενέθλιά του το παρακάτω κείμενο αφιερώνεται στον πιο εμβληματικό ρόλο που υποδύθηκε ποτέ για λογαριασμό του «Αταίριαστου». Ενός προσωπικού στοιχήματος του Φράνσις Φορντ Κόπολα στο οποίο δεν πίστεψε αρχικά κανείς, που μετατράπηκε με το πέρασμα του χρόνου στην πιο cult δημιουργία που υπέγραψε ποτέ ο σκηνοθέτης. 

Από τον Κωστή Θεοδοσόπουλο
Motorcycle Emptiness: Πώς ο Ματ Ντίλον έγινε ο θρυλικός «Αταίριαστος»

Ανατρέχοντας στο παρελθόν τους, αρκετοί σπουδαίοι σκηνοθέτες συχνά τρέφουν ιδιαίτερη αγάπη για κάποιο από τα έργα τους, το οποίο μπορεί να μην καταξιώθηκε άμεσα στη συνείδηση του κοινού αλλά αποτέλεσε για τους ίδιους μια μοναδική ευκαιρία να πειραματιστούν με το μέσο και να δημιουργήσουν μια ταινία που υπό τις προσταγές ενός καλλιτεχνικού οράματος θα αγνοούσε χωρίς ενοχές τις συμβάσεις του ακαδημαϊκού σινεμά. 

Ο Ορσον Γουέλς θεωρούσε πως η «Δίκη» των εξπρεσιονιστικών αναφορών και της νουάρ αισθητικής ήταν η καλύτερη ταινία που γύρισε ποτέ. Ο Μάρτιν Σκορσέζε κυνήγησε το σενάριο του «Μετά τα Μεσάνυχτα» και, αφού το πήρε μέσα από τα χέρια του Τιμ Μπέρτον, ολοκλήρωσε την πιο παρανοϊκά κωμική ταινία της καριέρας του, η οποία μεταξύ άλλων του χάρισε και το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών. Στην περίπτωση του Φράνσις Φορντ Κόπολα, ο «Αταίριαστος» είναι η ταινία που απελευθέρωσε τον δημιουργό της από τα χολιγουντιανά δεσμά, το ασπρόμαυρο μανιφέστο του σκηνοθέτη της τριλογίας του «Νονού» και του «Αποκάλυψη Τώρα» που όταν κυκλοφόρησε έκανε πολλούς στην αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία να πιστέψουν πως είχε χάσει το μυαλό του. Χαρακτηριστική ήταν η ατάκα του φημισμένου παραγωγού Ρόμπερτ Έβανς, ο οποίος μετά την προβολή του «Αταίριαστου» είχε δηλώσει: «Είχα φοβηθεί. Δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτα από την ταινία».

Ο Ντένις, ο Μίκι κι ο Ματ

Σε μια απροσδιόριστη χρονικά στιγμή, με σκηνικό την Τάλσα της Οκλαχόμα και του χρόνου που κυλά αναπόφευκτα και αλύπητα, ο «Αταίριαστος» συναντά τρεις διαφορετικές γενιές αντρών κάτω από την ίδια στέγη και την ίδια πόλη. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία είναι ο αλκοολικός πατέρας (Ντένις Χόπερ). Έπειτα ακολουθεί ο πρωτότοκος γιος-ένας άλλοτε ατίθασος συμμορίτης ονόματι Μηχανόβιος («Motorcycle Boy») που βρισκόταν πάντα στο μάτι των αστυνομικών (Μίκι Ρουρκ). Και μετά συναντάμε τον μικρότερο γιο. Ονομάζεται Ράστι Τζέιμς και θαυμάζει τόσο πολύ τον αδερφό του ώστε προσπαθεί να του μοιάσει, επιχειρώντας να ακολουθήσει τα βήματά του με το να έχει τη δική του συμμορία και να μπλέκει σε καβγάδες.

Αυτός είναι ο «Αταίριαστος» σε ό,τι αφορά την πλοκή. Σε ό,τι σχετίζεται με τον τόπο δράσης, η Τάλσα υπήρξε μοναδική επιλογή του Κόπολα από τη διάρκεια κιόλας των γυρισμάτων του «The Outsiders», της προηγούμενης ταινίας του, που έγιναν επίσης εκεί. Ο σκηνοθέτης είχε ήδη αποφασίσει πως θα παρέμενε στην Τάλσα και μετά το πέρας τους, όπου με την ίδια ομάδα παραγωγής θα ξεκινούσε να δουλεύει για τον «Αταίριαστο». Όπως έχει παραδεχτεί και ο ίδιος,  ο «Αταίριαστος» ήταν η επιβράβευση που είχε υποσχεθεί στον εαυτό του προκειμένου να συνεχίζει να εργάζεται ακάθεκτος, καθώς στις σελίδες του ομώνυμου μυθιστορήματος της Σούζαν Ελοῒζ Χίντον ο σκηνοθέτης έβλεπε να καθρεφτίζεται η σχέση του με τον Όγκαστ, τον μεγαλύτερο αδελφό και μέντορά του. 

«Αν πρόκειται να οδηγήσεις κάποιους ανθρώπους, θα πρέπει πρώτα να έχεις κάπου να πας».

Motorcycle Boy

 

Ο Κόπολα έχει δηλώσει σχετικά: «Ο μεγαλύτερος αδελφός μου υπήρξε τεράστια επιρροή για μένα και ο θαυμασμός που έτρεφε ο Ράστι Τζέιμς για τον δικό του μεγαλύτερο αδερφό πάντα με ιντρίγκαρε» Εξάλλου, η εμμονή του σκηνοθέτη με ιστορίες που εξερευνούν τα οικογενειακά συμπλέγματα και τις σχέσεις μεταξύ αδελφών είχε ήδη αποκαλυφθεί σε προηγούμενες ταινίες του όπως ο «Νονός».

Η επιθυμία του να μεταφέρει στην οθόνη την συγκεκριμένη ιστορία ήταν τόσο έντονη που το σενάριο γράφτηκε σε συνεργασία με τη συγγραφέα του βιβλίου κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων του «The Outsiders», και πιο συγκεκριμένα τις Κυριακές που ήταν η ελεύθερη μέρα του. Στη συνέχεια, ο Κόπολα αποφάσισε να κινηματογραφεί τις πρόβες με τους ηθοποιούς με αποτέλεσμα σε ένα διάστημα δύο εβδομάδων να έχει έτοιμο ένα προσχέδιο της ταινίας το οποίο μοιράστηκε με το συνεργείο προκειμένου να τους εισάγει στο κλίμα που ήθελε ο ίδιος να αποτυπωθεί στο σελιλόιντ. Στο πλαίσιο αυτής της ιδιότυπης κατήχησης οι εμπλεκόμενοι στην ταινία μυήθηκαν και σε φιλμ όπως «Decision Before Dawn» του Ανατόλ Λίτβακ, «The Last Laugh» του Φρίντριχ Βίλεμ Μουρνάου και φυσικά το «Εργαστήριο του Δόκτορος Καλιγκάρι» του Ρόμπερτ Βίνε, το οποίο αποτέλεσε κατά κάποιο τρόπο και το στιλιστικό ευαγγέλιο του φιλμ.

Ο Ναπολέων συναντά τον Motorcycle Boy

Το μεταμοντέρνο και ονειρικό σύμπαν του «Αταίριαστου» αδιαμφισβήτητα υπογραμμίζεται απ’ τις εξαιρετικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών του, αποτέλεσμα της εξαιρετικής δουλειάς του Κόπολα στην διεύθυνση ηθοποιών, στην οποία η ικανότητά του αποτελούσε διαχρονικά στοιχείο θαυμασμού.  Ο Κόπολα μπορεί να δανείστηκε τους Ματ Ντίλον, Νταϊάν Λέιν, Γουίλιαμ Σμιθ και Τομ Γουέιτς απ’ το καστ του «The Outsiders», η πραγματική έκπληξη, ωστόσο, προέκυψε από τη στοιχειωτική ερμηνεία ενός νεοφερμένου στο σύμπαν του σκηνοθέτη, του Μίκι Ρουρκ. 

Ο ρόλος του Μηχανόβιου είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ευλαβικής δουλειάς που έγινε στο κομμάτι των ερμηνειών και αποτελεί την ίσως πιο στιβαρή υποκριτική εκτέλεση του Μίκι Ρουρκ, ο οποίος κλήθηκε να υποδυθεί έναν ήρωα τόσο επιδραστικό ώστε, ακόμη και εν τη απουσία του, έβρισκε πάντα θέση πότε στους τοίχους της πόλης και πότε στα χείλη των ανθρώπων της.

Ο Κόπολα γνωρίζοντας ότι η καλλιτεχνική επιτυχία της ταινίας βασιζόταν σε μεγάλο ποσοστό στην ερμηνευτική απόδοση των πρωταγωνιστών, επέλεξε να τους μεταφέρει με διαφορετικά ευρήματα στον βαθύ πυρήνα των χαρακτήρων τους. Έτσι, έδωσε στον Μίκι Ρουρκ ένα αντίτυπο από τη βιογραφία του Ναπολέοντα και τον «Ξένο» του Αλμπέρ Καμί, ενώ για την εξωτερική εμφάνιση του ήρωα ο ηθοποιός βασίστηκε κυρίως σε μια γνωστή φωτογραφία του Γάλλου συγγραφέα, στην οποία ένα τσιγάρο κρέμεται από τις άκρες των χειλιών του. 

Aρκετά σκληρές κριτικές κατηγορούσαν τον Κόπολα για φλυαρία και επιδειξιομανία εις βάρος της ιστορίας

Ο Ρουρκ θυμάται από τα συγκεκριμένα γυρίσματα: «Υπάρχει μια σκηνή όπου κατεβαίνω μια γέφυρα με τον Ματ και θυμάμαι να προσπαθώ να στήσω τον χαρακτήρα μου όπως ακριβώς θα ήταν ο Ναπολέοντας». Μικρές αρμονικές κινήσεις, φράσεις - τσιτάτα που μόνο ίδιος δείχνει να καταλαβαίνει, βλέμμα τα γεμάτα αυτοπεποίθηση, συνθέτουν τον υποκριτικό κορμό στον οποίο βασίστηκε ο Ρουρκ για να ερμηνεύσει έναν larger than life χαρακτήρα, έναν ήρωα που εκπέμπει την αυτοπεποίθηση κάποιου που γνώρισε τον θάνατο και επέστρεψε για να τον περιγράψει. 

Δεν είναι τυχαία η αναγωγή που έκανε ο Ρουρκ όταν, εξερευνώντας την υποκριτική του μέθοδο, επέλεξε να προσεγγίσει τον Μηχανόβιο ως «έναν ηθοποιό ο οποίος δεν βρίσκει πια τη δουλειά του ενδιαφέρουσα». Ο χαρακτήρας του Μηχανόβιου συνοψίζεται ιδανικά και στα λόγια του πατέρα του, στο ρόλο του οποίου ο Ντένις Χόπερ παραδίδει μια από τις πιο σιωπηλές αλλά ουσιαστικές ερμηνείες της καριέρας του: «Γεννήθηκε σε λάθος εποχή, στην λάθος όχθη του ποταμού. Ικανός να  καταφέρνει οτιδήποτε θέλει να κάνει αλλά αδύναμος να  βρει τι θέλει να κάνει». 

Ο Μηχανόβιος είναι ένας νεαρός άνδρας ο οποίος δεν αισθάνεται άνετα με τον καθολικό θαυμασμό που εισπράττει από τον αδελφό του, που ντρέπεται αντί να κολακεύεται από τον αστικό μύθο που έχει υφανθεί γύρω από την περσόνα του και ο οποίος έχει έχει τη διαύγεια να καταλαβαίνει βαθιά μέσα του πως «αν πρόκειται να οδηγήσεις κάποιους ανθρώπους, θα πρέπει πρώτα να έχεις κάπου να πας».

Τα υλικά μιας ουτοπίας

Μπορεί το περιεχόμενο του μυθιστορήματος να αποτέλεσε το εφαλτήριο για τη δημιουργία της ταινίας,  η κινηματογραφική φόρμα όμως, που θα πλαισίωνε την φιλμική μεταφορά του, υπήρξε εξίσου μια τεράστια πρόκληση για τον Κόπολα. Γυρίζοντας την ταινία σχεδόν αποκλειστικά σε ασπρόμαυρο φιλμ (σε συνάρτηση με τον χαρακτήρα του Μηχανόβιου που δεν μπορεί να ξεχωρίσει τα χρώματα) ο Κόπολα και ο διευθυντής φωτογραφίας Στίβεν Μπούρουμ εκμεταλλεύτηκαν τις εκφραστικές δυνατότητες του μέσου για να υποστηρίξουν τις ιδιαιτερότητες της ιστορίας τους. 

«Αποφάσισα να γυρίσω το φιλμ σε μαύρο και άσπρο» εξομολογείται σε μια συνέντευξή του ο Κόπολα «γιατί ήθελα να δημιουργήσω ένα καλλιτεχνικό φιλμ για νέους ανθρώπους και το ασπρόμαυρο πάντα δίνει μια ποιότητα ποιητικού ρεαλισμού». Σε κάθε περίπτωση, ο «Αταίριαστος» ισορροπεί μεταξύ φανταστικού και ρεαλιστικού καθώς τα υπέροχα και πανίσχυρα οπτικά μοτίβα συνθέτουν ένα τόσο ονειρικό όσο και εφιαλτικό σκηνικό. Από τα φαντασμαγορικά πλάνα σε τεχνική time lapse εμπνευσμένα απ’ το «Koyaanisqatsi» του Γκόντφρεϊ Ρέτζιο μέχρι την ασταθή κάμερα στο χέρι που υπογραμμίζει το αίσθημα μιας φθαρμένης νεότητας, και απ’ τις σαφείς επιρροές από τον γερμανικό εξπρεσιονισμού του ‘20 μέχρι το κλείσιμο ματιού στην γαλλική πρωτοπορία του Νέου Κύματος, ο Μπούρουμ καδράρει σχεδόν απαλλαγμένος από οποιαδήποτε ρεαλιστική σύμβαση.

«Ποιος εκτός από τον Κόπολα θα μπορούσε να κάνει αυτό το φιλμ; Και φυσικά ποιος εκτός από τον Κόπολα θα ήθελε να το κάνει;»

Ακριβώς στο ίδιο μήκος κύματος, ο Κόπολα αποφάσισε να βάψει με μαύρες σκιές τους τοίχους των σκηνικών, ενώ για να αποδώσει την αίσθηση του καύσωνα είχε δώσει εντολή πριν από τα γυρίσματα, να ψεκάζονται με νερό οι ηθοποιοί ώστε να μοιάζουν ιδρωμένοι. Χρόνια αργότερα, θα δήλωνε σχετικά με αυτό: «Δεν θυμάμαι πώς ήταν ακριβώς ο καιρός τότε, αλλά κάναμε μια πολύ συνειδητή προσπάθεια να φαίνεται πως είχε πραγματική ζέστη». Ακόμα, στη ονειρική σεκάνς όπου ο Ράστι Τζέιμς ίπταται έξω από το κορμί του, ο Κόπολα δεν δίστασε να ντύσει τον Ματ Ντίλον με μια ειδική κατασκευή στην οποία έδινε κίνηση ένας μηχανικός βραχίονας, ο οποίος με τη σειρά του κυλούσε πάνω σε καλώδια. 

Ο «Αταίριαστος», όμως, είναι κυρίως διάσημος για τη φημισμένη σκηνή που αλληγορικά νοηματοδοτεί τον πρωτότυπο τίτλο της ταινίας («Rumble Fish»), στην οποία παρακολουθούμε τον Ράστι Τζέιμς και τον Μηχανόβιο να κοιτάζουν δύο ψάρια-μαχητές να κολυμπούν στο νερό ενός μικρού ενυδρείου. Αυτή είναι και η μοναδική σεκάνς της ταινίας με έγχρωμα πλάνα. όπου για να επιτευχθεί ο συνδυασμός ασπρόμαυρου και έγχρωμου υλικού ο Μπούρουμ, αφού πρώτα κινηματογράφησε τους δύο ήρωες σε ασπρόμαυρο φιλμ, στη συνέχεια πρόβαλε την εικόνα τους και τοποθέτησε μπροστά της το ενυδρείο τραβώντας εκ νέου το πλάνο του σε έγχρωμο φιλμ.

Η εμπορική αποτυχία της ταινίας ήταν, ωστόσο, παταγώδης. Ο «Αταίριαστος» έκανε μόλις 2,5 εκατομμύρια δολάρια εισπράξεις στην Αμερική όταν η παραγωγή του είχε κοστίσει σχεδόν 10 εκατομμύρια, προϋπολογισμός αρκετά υψηλός για την εποχή. Εξάλλου τα κακά μαντάτα για την ταινία είχαν ξεκινήσει νωρίτερα μιας και η υποδοχή που της επιφύλαξαν οι δημοσιογράφοι ήταν αποκαρδιωτική, με αρκετά σκληρές κριτικές να κατηγορούν τον Κόπολα για φλυαρία και επιδειξιομανία εις βάρος της ιστορίας. 

Χαρακτηριστικά οι New York Times είχαν γράψει: «Η ταινία είναι μανιωδώς παραφουσκωμένη, στριμωγμένη με πειραματισμούς τόσο που η οποιοδήποτε ιδέα μιας κεντρικής θεματικής επισκιάζεται». Στον αντίποδα -και πιο διορατικός σε σχέση την πορεία που θα ακολουθούσε η ταινία- είχε σταθεί ο Ρότζερ Ίμπερτ, γράφοντας τότε πως «το “Rumble Fish” είναι εκκεντρικό, προκλητικό και πλήρως αυθεντικό. Ποιος εκτός από τον Κόπολα θα μπορούσε να κάνει αυτό το φιλμ; Και φυσικά ποιος εκτός από τον Κόπολα θα ήθελε να το κάνει;». 

Είναι γεγονός πως στην εποχή του ο «Αταίριαστος» δίχασε, κάτι που ισχύει σχεδόν μέχρι σήμερα, με εξαίρεση το κοινό της Ευρώπης (και της χώρας μας) που αγκάλιασε με ξεχωριστή θέρμη την ταινία και εξακολουθεί να την αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη αγάπη. Σε κάθε περίπτωση, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ότι για ένα σκηνοθέτη που ασφυκτιούσε μπλεγμένος στα γρανάζια της μηχανή των στούντιο, το φιλμ αυτό σχεδόν συνιστούσε το καλλιτεχνικό σημείωμα αυτοκτονίας του, τη μοναδική ευκαιρία του να εκφράσει και παραδώσει το προσωπικό του φόρο τιμής στο σινεμά όπως αυτός το αγάπησε.

Γιατί το «Βασιλιάς για μια Νύχτα» είναι η πιο ριψοκίνδυνη και παρεξηγημένη ταινία του Μάρτιν ΣκορσέζεΜία κραυγή μπροστά στην αδιαλλαξία της εξουσίας: «Στη Φωλιά του Κούκου» του Μίλος Φόρμαν