Αφιέρωμα Στάνλεϊ Κιούμπρικ: Η φιλμογραφία μιας διάνοιας

Με αφορμή την επέτειο γενεθλίων του (26/7), το ΣΙΝΕΜΑ τιμά τον άνθρωπο που επαναπροσδιόρισε την έβδομη τέχνη.

Από το ΣΙΝΕΜΑ
Αφιέρωμα Στάνλεϊ Κιούμπρικ: Η φιλμογραφία μιας διάνοιας

Ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ συνειδητοποίησε πολύ νωρίς πως «είμαστε ικανοί για το μεγαλύτερο καλό και το μεγαλύτερο κακό, και το πρόβλημα είναι πως συχνά δεν αντιλαμβανόμαστε τη διαφορά τους όταν ικανοποιούν το σκοπό μας». Αυτός είναι και ο θεματικός πυρήνας που κρατά συμπαγή τη μετρημένη και ιδιοφυή φιλμογραφία του. Ο ίδιος πάλι ήταν ικανός και για μεγάλη τέχνη.

Σαν τον περίφημο αινιγματικό μαύρο μονόλιθο του «2001», ο Κιούμπρικ ήταν μία φυσική δύναμη σημαίνουσας καλλιτεχνικής διαύγειας, η σπουδαιότητα της οποίας είναι έκδηλη στην κινηματογραφική του συνεισφορά και την τελειοποίηση της αφηγηματικής του φόρμας. Σκηνοθέτης που επαναπροσδιόρισε την κινηματογραφική τέχνη αποτέλεσε μέσα στα χρόνια προφανή αφετηρία και μόνιμη αφορμή για να λατρέψουμε τη μεγάλη οθόνη.

κεντρική φωτογραφία credit: Guillaume Morellec

«Fear and Desire» (1953)

Τέσσερις φαντάροι βρίσκονται παγιδευμένοι στις γραμμές του εχθρού και αποπειρώνται τη ριψοκίνδυνη επιστροφή στη βάση τους. Το «Fear and Desire», η πρώτη μεγάλου μήκους του σκηνοθέτη, έμεινε στην ιστορία ως η ταινία που ο Κιούμπρικ απεχθανόταν και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να εμποδίζει την προβολή της.

Πολεμικό φιλμ και αλληγορικός στοχασμός στις έννοιες της αφοσίωσης και αυτοθυσίας, το «Fear and Desire» αποκαλύπτει άμεσα τις βασικές θεματικές και τον σκεπτικισμό του Κιούμπρικ. Οι τέσσερις άντρες υποφέρουν ψυχικά και σωματικά, η παρουσία του εχθρού προκαλεί ενστικτωδώς την αυτοσυντήρηση και η λύση θα σφραγίσει το αναπόδραστο της ύπαρξης. Παγιδευμένοι στη δίνη ενός εξωτερικού, όσο και εσωτερικού πολέμου, ο εχθρός είμαστε πάντα εμείς. Πάνος Γκένας

«Το Φιλί του Δολοφόνου» (Killer's Kiss, 1955)

Στο «Φιλί» παρακολουθούμε τον εφιάλτη μέσα από στον οποίο θα εισχωρήσει ένας πυγμάχος (Τζέιμι Σμιθ), από τη στιγμή που προστατεύει μια χορεύτρια από τον βίαιο εραστή και εργοδότη της. Ο πυγμάχος, χωρίς να το έχει επιδιώξει, γίνεται ένα με τον υπόκοσμο και αυτό θα του στοιχίσει ακριβά.

Το 64λεπτο «Φιλί» προβλήθηκε ως «second feature» το 1955, και το αποτέλεσμα θα ζήλευε - ακόμα και σήμερα - ο οποιοσδήποτε σκηνοθέτης στα πρώτα βήματα της καριέρας του. Η ταινία φανερώνει σκηνοθέτη που όχι μόνο αγαπά το νουάρ, αλλά έχει τη διάθεση να το ανανεώσει. Κάτι που θα γίνει αργότερα στην «Κλοπή» (The Killing, 1956). Γιάννης Ζουμπουλάκης

«Η Κλοπή» (The Killing, 1956)

Οι απόκληροι του αμερικανικού ονείρου και η αποδιοργάνωση ενός οργανωμένου εγκλήματος. Πάνω στις σταθερές του φιλμ νουάρ και των γκανγκστερικών ταινιών του '40, ο 28χρονος Στάνλεϊ Κιούμπρικ διασκευάζει το μυθιστόρημα του Λάιονελ Γουάιτ «Clean Break» και σε λιγότερο από μιάμιση ώρα, αφήνει τη δική του υπογραφή σε ένα ολόκληρο κινηματογραφικό είδος. Ανατροπή της γραμμικής αφήγησης, παράλληλο μοντάζ, χρονικά πισωγυρίσματα, επανάληψη της ίδιας σκηνής από διαφορετική οπτική γωνία και μία απίστευτη σκηνοθετική ακρίβεια που τονίζει τις λεπτομέρειες με ντοκιμαντερίστικο ρεαλισμό. 

Η «Κλοπή» σηματοδοτεί την πρώτη ώριμη, αριστουργηματική κινηματογραφική δουλειά του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Αφήνοντας πίσω την b-movie περίοδό του, ο ίδιος είναι πλεόν έτοιμος να βαδίσει στα «μονοπάτια της δόξας». Χρήστος Μήτσης

«Σταυροί στο Μέτωπο» (Paths of Glory, 1957)

Γαλλία, 1916. Για δυο χρόνια οι συμμαχικές δυνάμεις παλεύουν μία πεισμωμένη Γερμανία και τα σύνορα ανάμεσα στις αντίπαλες δυνάμεις έχουν παγιωθεί. Οι «νίκες» του ενός ή του άλλου μετρούν σε καμιά εκατοστή μέτρα και χιλιάδες θανάτους. Ο συνταγματάρχης Νταξ (Κερκ Ντάγκλας) πιέζεται να οδηγήσει το τάγμα του στην κατάληψη ενός στρατηγικού στόχου που θα αλλάξει ελάχιστα το στρατιωτικό σκηνικό, αλλά θα τονώσει το status των ανωτέρων.

Ο πόλεμος του Κιούμπρικ είναι ένας κόσμος υποκρισίας, αδιαφορίας προς τις ανθρώπινες ζωές, συμφερόντων και δειλίας. Είναι ο πόλεμος των «εγώ» που αποδεκατίζουν το «εμείς», πριν ακόμη αυτό βγει από τα χαρακώματα για να αντιμετωπίσει τον εχθρό. Πόλυ Λυκούργου

 

«Σπάρτακος» (Spartacus, 1960)

Σαν να ήταν ήδη αποφασισμένος να διατρέξει στην καριέρα του όλα τα κινηματογραφικά είδη, ο Κιούμπρικ εντρυφεί στα ξίφη και τα σανδάλια, δηλαδή στο ιστορικό έπος  και φυσικά δημιουργεί μία από τις λαμπρότερες ηρωικές ταινίες στο Χόλιγουντ. Ο Κερκ Ντάγκλας ως σκλάβος και μονομάχος με ένστικτα αυτονομίας, οδηγεί τους συντρόφους του σε εξέγερση εναντίον των φιλήδονων και φιλόδοξων ηγετών της Ρώμης του πρώτου μ.Χ. αιώνα.

Σε μία κοινωνία που ξεχειλίζει από διαφθορά και μισαλλοδοξία, ο Κιούμπρικ καταφέρνει να παραθέσει ένα σχόλιο για τον καλπάζοντα, τότε, αντικομμουνιστικό διωγμό, να προκαλέσει με την περιβόητη ομοφυλοφιλική ανταλλαγή μεταξύ Λόρενς Ολίβιε και Τόνι Κέρτις στο μπάνιο, χωρίς να ξεφύγει από τον αρχικό του στόχο: να δημιουργήσει ένα λαμπρό, παθιασμένο υπερθέαμα. Λήδα Γαλανού

Λολίτα (Lolita, 1962)

Μόλις έιχε αρχίσει να θεωρείται mainstream, ο Κιούμπρικ διορθώνει τις παρεξηγημένες εντυπώσεις σκηνοθετώντας το μυθιστόρημα του Βλαντιμίρ ναμπόκοφ «Λολίτα» σε σενάριο του ίδιου του συγγραφέα και διδάσκει τον όρο νυμφίδιο. 

Μία ελεγεία για τη σεξουαλική εμμονή, μια βουτιά στην κολασμένη παιδοφιλία, ,ια πικραμένη διατριβή για τα ηλικιακά και πνευματικά όρια, την νεανική ορμή, την εκμετάλλευση, την απελπισία της ανεπάρκειας και τη προδοσίας. Μοναδικά διαφαίνεται στην ταινία η ικανότητα του Κιούμπρικ να διακσευάσει για το σινεμά ένα λογοτεχνικό έργο, και μάλιστα τόσο σύνθετο όσο το μυθιστόρημα του Ναμπόκοφ, με τον απαραίτητο αφαιρετισμό, αλλά συγκροτώντας δεκάδες στοιχεία σε ένα πλάνο, μία γωνία της κάμερας, ένα βλέμμα. Λήδα Γαλανού

S.O.S Πεντάγωνο Καλεί Μόσχα (Dr. Strangelove or: How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb, 1964)

Στις αρχές του '60 ο Κιούμπρικ ξεκίνησε να κάνει ένα ανατριχιαστικό ψυχροπολεμικό θρίλερ γύρω από το κοντινό ενδεχόμενο ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος για την ανθρωπότητα. Κατέληξε να γυρίσει την πιο αστεία, παροξυσμική και αιχμηρή πολιτική σάτιρα που έγινε ποτέ. Κωμωδία και τρόμος ισορροπούν μαζί στην κόψη του ξυραφιού, το κατακλυσμικό μαύρο χιούμορ συμβαδίζει με τον καθαρό σουρεαλσιμό και τα πάντα ισοπεδώνονται και παρωδούνται ανελέητα: η ματαιότητα - και μαζί η ανοησία - της πολιτικής, η στενόμυαλη μιλιταριστική λογική, η πίστη σε θεμελιώδεις θεσμούς όπως το κράτος, η ανικανότητα των ισχυρών που κυβερνούν αυτό τον πλανήτη, η σαχλή εμπιστοσύνη στον «γενναίο νέο κόσμο» της τεχνολογίας και η αφελής πεποίθηση ότι η ανθρωπότητα θα τη βγάλει τελικά καθαρή.

Με γνήσια διεστραμμένη διάθεση κι επιθετικό αμοραλισμό, ο Κιούμπρικ τολμά με το «Dr. Strangelove» να μας κάνει να αντικρίσουμε κατάματα τον οριστικό αφανισμό μας και, το σπουδαιότερο, να γελάσουμε μ' αυτόν μέχρις εσχάτων. Όταν το τέλος πλησιάσει, μην πείτε ότι δεν ήσασταν ενήμεροι. Λουκάς Κατσίκας

«2001: Η Οδύσσεια Του Διαστήματος» («2001: Α Space Οdyssey», 1968)

Πως χειραγωγείς το κοινό σε ένα κινηματογραφικό ταξίδι; Πόση επιστημονική αλήθεια είναι απαραίτητη στην κατασκευή των ειδικών εφέ; Το αφηγηματικό ύφος μίας περιπέτειας μπορεί να αποτελεί αφετηρία φιλοσοφικού στοχασμού; Και τέλος πάντων... πώς αποτυπώνονται οι συνθήκες έλλειψης βαρύτητας; Εν έτει 1968 ο Κιούμπρικ θέτει τις ερωτήσεις και προκαλεί για απαντήσεις.

Τα γνωστικά αντικείμενα της βιολογίας, αστρονομίας και χημείας αποτελούν το δημιουργικό καμβά για ένα εντροπικό ταξίδι της ανθρώπινης συνείδησης μέσα από ένα ελλειπτικό σενάριο που σταδιακά μετουσιώνει το φιλμ σε μία ξεκάθαρα οπτική, μη φραστική εμπειρία. Παραμερίζοντας τα όρια της λεκτικής ευκρίνειας, το «2001» εντυπώνεται στο υποσυνείδητο του θεατή με έναν τρόπο ποιητικό και φιλοσοφικό. Με αυτό τον τρόπο η ταινία γίνεται μία υποκειμενική εμπειρία που διεγείρει το ασυνείδητο με τα ίδια μέσα που χρησιμοποιεί ένας μουσικός ή ένας ζωγράφος. Πενήντα χρόνια μετά το «2001» είναι συμπαντικά σημαντικό και οι θεατές στέκουν με δέος απέναντι στην προσέγγιση αυτού του υπέροχου, συναρπαστικού κινηματογραφικού αινίγματος. Δεκαετίες μετά το «2001» παραμένει ένα μυστήριο. Ή καλύτερα ένας μαύρος μονόλιθος. Πάνος Γκένας

 

«Το Κουρδιστό Πορτοκάλι» («Α Clockwork Οrange», 1971)

Ο συμβολισμός της πορείας του Αλεξ (του καταπληκτικού Μάλκολμ ΜακΝτάουελ), από τη νοσηρή ηδονοθηρία (κλασική μουσική, βιασμοί και ακραία βία οι αδυναμίες του) μέχρι το έγκλημα και από κει στην κατασταλτική αναμόρφωση μέχρι τη γεύση του κάρμα και της εκδίκησης λειτουργεί σαν μια παραβολή- σταθμός: η ανικανότητα να επιβληθεί πάνω στα πάθη του και σε αντιδιαστολή, αργότερα, να βρει τη δύναμη να ξεπεράσει την επίδραση της περίφημης τεχνικής «Ludovico» σε μια καθημερινότητα που τον έχει αφήσει ευνουχισμένο από κάθε προσωπική αντίδραση και άμυνα, είναι μια ανατριχιαστική απεικόνιση της επιρροής της εξουσίας πάνω στον άνθρωπο.

Εντελώς απαισιόδοξη και ζοφερή η ματιά των Μπάρτζες και Κιούμπρικ πάνω στη σχέση των ανθρώπων με τις επιθυμίες τους αλλά και πάνω στη σχέση των τελευταίων με την κοινωνία, καταλήγουν σε μια αναγκαιότητα που όπως ήταν φυσικό σόκαρε στην εποχή της και έθεσε ερωτήματα που ακόμα δεν έχουν απαντηθεί- αντίθετα έχουν ενταθεί και χάσκουν ακόμα σαν μαύρες τρύπες στην κοινωνία. Κυρίως την αμερικανική. Μάρκος Φράγκος

«Μπάρι Λίντον» (Barry Lyndon, 1975)

Βασισμένο στο μυθιστόρημα του Γουίλιαμ Μέικπις Θάκερεϊ, το μεγαλειώδες «Μπάρι Λίντον» διηγείται την αναρρίχηση ενός τυχοδιωκτικού άντρα στα αριστοκρατικά σαλόνια του 18ου αιώνα, την περιπετειώδη παραμονή του εκεί και τον βίαιο εξοστρακισμό του. Αυτό που εξιστορεί, παρ' όλα αυτά, επί της ουσίας είναι η αιώνια τραγωδία του ανθρώπου που προσπαθεί να αλλάξει τη μοίρα του και καταλήγει να συντριβεί από αυτήν.

Ο Κιούμπρικ προσφέρει ένα κομψοτέχνημα σεβαστού δραματουργικού βάρους και παροιμιώδους τελειομανίας, βοηθούμενος από την επαναστατική δουλειά του Τζον Άλκοτ στη διεύθυνση φωτογραφίας και προσπαθώντας να αναβιώσει τον παλιό κόσμο που επικαλείται με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αληθοφάνεια. Με την υποδειγματική του εικονογράφηση και τα εκθαμβωτικά tableaux vivants που συλλαμβάνει, το «Μπάρι Λίντον» δίνει στον σκηνοθέτη το ρόλο του ζωγράφου, μετατρέπει την κάμερα σε μαγικό πινέλο και μεταμορφώνει την οθόνη σε καμβά πάνω στον οποίο αποτυπώνεται μια από τις πιο καλαίσθητες και επιβλητικές ταινίες εποχής που έγιναν ποτέ. Ταυτόχρονα, ένα από τα αριστουργήματα στην απαράμιλλη φιλμογραφία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Λουκάς Κατσίκας

«Η Λάμψη» («Τhe Shining», 1980)

Αν δεχτούμε πως η επιδραστικότητα του κινηματογραφικού τρόμου μετριέται από το βαθμό ταλάντωσης που προξενεί στους φόβους και τις ενοχές μας, τότε η «Λάμψη» δικαιούται να φιγουράρει στην κορυφή ενός είδους, τα όρια του οποίου εμφαντικά ξεπέρασε. Βλέπετε, τόσο με όρους διαχρονικότητας όσο και εισβολής στο συλλογικό ασυνείδητο, η θρυλική δημιουργία του Κιούμπρικ ξεγλιστρά επιδέξια από το πρώτο επίπεδο που αφορά στη σταδιακή βύθιση στην παράνοια ή σε μια ιστορία φαντασμάτων, για να καταλήξει στην αγωνιώδη μάχη με το τέρας της έμπνευσης που ταλανίζει κάθε δημιουργό, αλλά και τα στοιχειά που φωλιάζουν αιώνες τώρα στα θεμέλια του αμερικανικού κράτους.

Μέσα απ’ τα χαρακτηριστικής συμμετρίας πλάνα και τα αιθέρια τράβελινγκ στους στοιχειωτικά άδειους διαδρόμους του ξενοδοχείου Όβερλουκ, ξεπηδά μια τελειότητα τόσο χαώδης, απόκοσμη και συνάμα οικεία, που δεν προξενεί εντύπωση γιατί πολλοί έσπευσαν να την τακτοποιήσουν στα μέτρα κάθε πιθανής ή απίθανης θεωρίας συνομωσίας. Στην αυγή των ‘80s που ο ριγκανισμός ερχόταν να προτρέψει στο κουκούλωμα του τραυματικού παρελθόντος, η «Λάμψη» ήρθε ως το ιδανικό κουτί εναπόθεσης αρχέγονων αγωνιών και ανέγγιχτων ενοχών. Νεκτάριος Σάκκας

«Full Metal Jacket» (1987)

Ψυχρό και κοφτερό σαν μαχαίρι, το «Full Metal Jacket» παρακολουθεί μια έξοχα εκτελεσμένη τελετουργία αποκτήνωσης και θανάτου που ξεκινά από την πρώτη κιόλας σκηνή. Ορδές από νεοσύλλεκτους στρατιώτες κουρεύονται σαν τα πρόβατα που ετοιμάζονται να οδηγηθούν στη σφαγή. Ο μηχανισμός αλλοτρίωσής τους φανερώνεται πολύ απλός: στην αρχή αφαιρείται από πάνω τους κάθε στοιχείο ταυτότητας πο θα τους έκανε να ξεχωρίζουν από το διπλανό τους. Η συνέχεια στοχεύει στην απόλυτη χλιναγώγηση μυαλού και σώματος. Το κυριότερο; Προπονούνται να διώξουν από μέσα τους κάθε συναίσθημα ανθρωπιάς και να γίνουν μηχανές προγραμματισμένες να σκοτώνουν.

Το «Full Metal Jacket» είναι ένα ντοκουμέντο με πρωταγωνιστές τους αθώωους νεαρούς που γεννήθηκαν για να καταλήξουν να πεθαίνουν απότομα, άσκοπα κι εντελώς αναίτια σε κάποιο αφιλόξενο μέρος, μακριά από το σπίτι τους και πνιγμένοι στο αίμα τους. Η πρώτη απώλεια σ' έναν πόλεμο δεν είναι, εντούτοις, η ανθρώπινη ζωή. Είναι η αθωότητα... Λουκάς Κατσίκας

«Μάτια Ερμητικά Κλειστά» («Εyes Wide Shut», 1999)

Από το Διάστημα στην Κρεβατοκάμαρα. Ο Κιούμπρικ αντιστοιχίζει τον μικρόκοσμο με τον μακρόκοσμο και αφηγείται ένα φροϋδικό παραμύθι που αντλεί έμπνευση από το «Traumnovelle» του Άρτουρ Σνίτσλερ, για να ξεκλειδώσει την «οδύσσεια» της ρουτίνας ενός ζεύγους που αποζητά τη σεξουαλική έκφραση, κι ενώ «επιθυμεί», δεν «πράττει».

Το κύκνειο άσμα του Κιούμπρικ τοποθετεί εντέχνως στο μικροσκόπιο το διάσημο (ίσως το διασημότερο τότε) χολιγουντιανό ζευγάρι των Κρουζ - Κίντμαν, που ξεκίνησε την ταινία ως «νυν» για να γίνει ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία της «πρώην», και μέσα από την υποβλητική ατμόσφαιρα ενός ονειρικού κόσμου τους προκαλεί να ανοίξουν τα μάτια σε έναν εστέτ ερωτικό εφιάλτη που εμπεριέχει το θάνατο, την πρόκληση, την μεταμόρφωση, την αυτοθυσία, τη συγχώρεση. Σε 160 υπερβατικά λεπτά ο Κιούμπρικ εκθέτει δίπολα όπως η λογική και το ένστικτο, η θεωρία και η πράξη, και ομολογεί την «υπνοβασία» της ζωής. Στο τέλος αφήνει ένα ουσιώδες «Fuck» για κατακλείδα, συνοψίζοντας με ειρωνεία και χιούμορ μία μεγαλειώδη καριέρα. Μάτια διάπλατα ανοιχτά για ένα από τα αριστουργήματα της 7ης τέχνης. Πάνος Γκένας

«Είχε ενδιαφέρον να σε κυνηγάνε στην Αθήνα»: Οι συντελεστές του «Μπέκετ» μιλούν για τα γυρίσματα στην ΕλλάδαΔιασκεδάζοντας το φόβο: 5 + 1 ταινίες με την υπογραφή του Μπλέικ Έντουαρντς