Σαν σήμερα ο «Νονός ΙΙ» έκανε πρεμιέρα το 1974!

Πριν από 43 χρόνια σαν σήμερα (20 Δεκεμβρίου 1974), ο «Νονός ΙΙ» του Φράνσις Φορντ Κόπολα «ευλόγησε» τις κινηματογραφικές αίθουσες.

Από τον Λευτέρη Αδαμίδη
Σαν σήμερα ο «Νονός ΙΙ» έκανε πρεμιέρα το 1974!

Με αφετηρία το best seller του Μάριο Πούζο, που αρκετοί σκηνοθέτες προσπέρασαν, ο Φράνσις Φορντ Κόπολα συνελάμβανε σε ηλικία μόλις 33 ετών την ιδέα όχι μιας γκανγκστερικής ταινίας, αλλά μιας μνημειώδους τοιχογραφίας της Αμερικής του 20ου αιώνα, μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας Ιταλών μεταναστών, όπως ήταν και η δική του, και την σταδιακή αναρρίχηση της στην πρωτοκαθεδρία της Μαφίας και την τελική αποσύνθεση της.

Η οικογένεια του Βίτο Κορλεόνε θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αυτή των Ατρειδών και οι περιπέτειες και τα πάθη της - προδοσίες δολοφονίες εξοστρακισμοί και ένας λυσσαλέος αγώνας για τη διαδοχή στην εξουσία - αγγίζουν τα μεγέθη της ελληνικής τραγωδίας. Οι συγκρούσεις της με τις υπόλοιπες φατρίες για τον έλεγχο των παράνομων δραστηριοτήτων, θα μπορούσαν να έχουν βγει από τις σελίδες του Σαίξπηρ.

Αν στο πρώτο μέρος ο Κόπολα ανατέμνει με χειρουργική ακρίβεια τις εσωτερικές συγκρούσεις στο θεμελιώδες κύτταρο της αμερικανικής κοινωνίας, στο  δευτερο - και για πολλούς το καλύτερο - μέρος, σε ένα εντελώς διαφορετικό ύφος που σε κομμάτια του ακολουθεί μία σχεδόν ντοκιμαντερίστικη γραφή, η Ιστορία περνά σε πρώτο πλάνο, σε μία σχεδόν μαρξιστική εξιστόρηση της θέσπισης της Αμερικής ως μιας χώρας που χτίστηκε πάνω όχι στο περίφημο αμερικανικό Σύνταγμα, αλλά στην ωμή καπιταλιστική βία.

Καταργώντας τη γραμμική αφήγηση, ο «Νονός ΙΙ» κινείται μπρος-πίσω σε δύο χρόνους, στα πρώτα βήματα του Βίτο (Ρόμπερτ Ντε Νίρο) ως μετανάστη στην Αμερική και στην περίοδο της πρωτοκαθεδρίας του γιου του, Μάικλ (Αλ Πατσίνο), ξετυλίγοντας έναν ατελείωτο κύκλο αίματος και διαφθοράς που ξεκινά από τον έλεγχο των μικρομάγαζων στη Μικρή Ιταλία, προχωρά στην εξαγορά συνδικαλιστών και πολιτικών και φτάνει μέχρι την εμπλοκή στα γεγονότα της Κούβας.

Ο Κόπολα χρησιμοποιεί ευφυώς τη Μαφία και τις δομές της ως τον καθρέφτη του ίδιου του αμερικανικού συστήματος σε μία μοναδικής πνοής επική αφήγηση που καταφέρνει το σχεδόν ακατόρθωτο: να συνδυάσει μία διαχρονική σπουδή πάνω στην ανθρώπινη φύση και τα πάθη της, με την οξυδερκή και εντυπωσιακή ένταξή της σε ένα ακριβές ιστορικό πλαίσιο.

Εννέα συνολικά Όσκαρ και για τις δύο ταινίες και, πιστέψτε μας, φαντάζουν ελάχιστα.