Η οικειότητα τους οδηγεί σε απελπισμένα σχέδια και στο όραμα μιας κοινής ζωής. Αβέβαιοι για το αν θα ξημερώσει μια μέρα γεμάτη ελπίδα ή όχι, οι δύο ήρωες καταφεύγουν σε μια τελική πράξη που θυμίζει Ελληνική τραγωδία. Η Δεσποινίς Τζούλια απεικονίζει μια σφοδρή μάχη για δύναμη και κυριαρχία, μέσα από ένα παιχνίδι παραπλάνησης κι αποστροφής.
Γιατί να χρειαζόμαστε άλλη μια κλασικότροπη εκδοχή του ήδη πολυμεταφερμένου στην οθόνη έργου του Αυγούστου Στρίντμπεργκ; Ίσως, πέρα από τα προφανή διαχρονικά περί πάλης τάξεων και φύλων, ως υπενθύμιση της αναγκαιότητας του προφορικού λόγου σε μια εποχή ανεξέλεγκτης υποκατάστασής του από την ασφάλεια και τη «σιωπή» των συντομευμένων ψηφιακών μηνυμάτων.
Ασφάλεια και σιωπή που επί χρόνια χώριζαν και τη δεσποινίδα Τζούλια, κόρη βαρόνου στην Ιρλανδία του 1880, από τους «κάτω», το υπηρετικό προσωπικό, ώσπου μια νύχτα τις έσπασε, καλώντας σε ένα επώδυνο παιχνίδι ερωτικής αποπλάνησης και εξομολογήσεων τον μπάτλερ του πατέρα της, σχεδόν κάτω από τη μύτη της μαγείρισσας μνηστής του.
Άγνωστο αν η Λιβ Ούλμαν, μούσα του Μπέργκμαν και ενίοτε σκηνοθέτις, στόχευε στην παραπάνω αναγωγή. Η αγκιστρωμένη στη θεατρικότητα διασκευή της, πάντως, κάνει την όποια ερμηνεία να ακούγεται μάλλον αυθαίρετη, χωρίς αυτό να αναιρεί το πάθος και την ένταση του κειμένου, το οποίο επικοινωνεί η Τζέσικα Τσάστεϊν πολύ πειστικότερα από τον Κόλιν Φάρελ.




