Κάννες 2026: Ο Ασγκάρ Φαραντί χάνεται στις κισλοφσκικές «Παράλληλες Ιστορίες»

Ο σπουδαίος Ιρανός δημιουργός απογοητεύει με την επιστροφή του στην Ευρώπη, υπογράφοντας στις «Παράλληλες Ιστορίες» την χειρότερη ταινία της καριέρας του.

Από τον Θοδωρή Καραμανώλη
Κάννες 2026: Ο Ασγκάρ Φαραντί χάνεται στις κισλοφσκικές «Παράλληλες Ιστορίες»

Μια καλή πράξη οδηγεί έναν κλοσάρ, εσώκλειστο στο διαμέρισμα μιας ακατάστατης συγγραφέα. Ενώ αυτός αναλαμβάνει βοηθός της και αποπειράται να βάλει τάξη στο χάος που επικρατεί, αυτή παρακολουθεί μέσα από το τηλεσκόπιο δύο άντρες και μια γυναίκα στο απέναντι διαμέρισμα. Η ηδονοβλεπτική της ματία πυροδοτεί στη φαντασία της την πρώτη απ' τις «Παράλληλες Ιστορίες» του τίτλου και γίνεται η βάση για ένα νέο μυθιστόρημα. Όταν η εκδότης της αρνείται να ασχοληθεί σοβαρά μαζί του, θα πει στο νέο της βοηθό να το ξεφορτωθεί. Αυτός όμως θα το οικειοποιηθεί και θα το χρησιμοποιήσει για να πλησιάσει ο ίδιος την γοητευτική άγνωστη των «απέναντι».

Αυτή είναι μόνο η αρχή σε ένα περίπλοκο και την ίδια στιγμή προσχηματικό στόρι, όπου τα διαμερίσματα διαδέχονται το ένα το άλλο στην ιεραρχία της αφήγησης. Από τη μία υπάρχει η συγγραφέας (Ιζαμπέλ Ιπέρ) κι η ιστορία που φαντάζεται, κι από την άλλη δύο αδέρφια (Βενσάν Κασέλ και Πιερ Νινέ) και μια συνάδελφός τους (Βιρζινί Εφιρά) που δουλεύουν σε ένα στούντιο για φόλεϊ, για να συνειδητοποιήσουν ότι κάποιος τους παρακολουθεί. Στους παραπάνω προσθέστε τον κάποτε βραβευμένο στις Κάννες Άνταμ Μπεσά στο ρόλο του κλοσάρ και την Κατρίν Ντενέβ που εμφανίζεται ελάχιστα στο ρόλο της εκδότριας. Όλοι τους αρκούντως διεκπεραιωτικοί, όλοι τους πιόνια σε μια τρισδιάστατη σκακιέρα όπου ο Φαραντί εναποθέτει το ταλέντο αλλά και τις επιρροές του.

Η ταινία μοιάζει ολότελα «κισλοφσκική» πολύ πριν συνειδητοποιήσει κανείς πως πρόκειται για ένα κανονικότατο remake της «Μικρής Ιστορίας για Έναν Έρωτα» (ή του έκτου επεισοδίου του «Δεκαλόγου» αν προτιμάτε). Ο σκηνοθέτης έχει απομονώσει ένα μικροσκοπικό κομμάτι της Γαλλικής πρωτεύουσας και το κινηματογραφεί έτσι ώστε να θυμίζει αρκετά από το σύμπαν του αδικοχαμένου Πολωνού. Κανονικά θα έπρεπε να μιλάμε και για μια παράλληλη διερεύνηση της ηθικής μέσα από τα δρώμενα, μιας τα δυσεπίλυτα ηθικά διλήμματα αποτελούν ίσως το επιφανέστερο απ' τα κοινά στις φιλμογραφίες των δύο σκηνοθετών. Φευ...

Οι «Παράλληλες Ιστορίες» που αφηγείται εδώ ο σκηνοθέτης, όπως και να τις τυλίξει ή ξετυλίξει κανείς δεν έχουν τίποτα να πουν

Ο Φαραντί (ή Φαρχάντι αν ξαναμαναπροτιμάτε, που είναι απ' ότι φαίνεται η σωστή προφορά) για πρώτη ίσως φορά στην καριέρα του ενδιαφέρεται τόσο πολύ για τη φόρμα. Μια φόρμα που προσεγγίζει την προβληματική κατ' αρχάς μέσα από την ψυχανάλυση. Η ηδονοβλεψία είναι απλά η ασφαλής πύλη, μια οικεία εισαγωγή σε μια προβολή του φροϋδικού μοντέλου πάνω στον κισλοφσκικό μικρόκοσμο. Τα εγώ κι οι προεκτάσεις τους αντιστοιχούν σε τρία ρεαλιστικά επίπεδα κι επηρεάζονται από αυτή καθ' αυτή την αστική γεωγραφία και την οπτική που ακολουθούμε κάθε φορά. Ό,τι θεμελιώνεται σαν πραγματικότητα βρίσκεται στο επίπεδο του εδάφους. Οι βίαιες αντιπαραθέσεις περιορίζονται στο υπέδαφος και το σταθμό του μετρό. Εκεί όμως που αναδεικνύονται οι προσωπικότητες των ηρώων είναι στα διαμερίσματά που τους φιλοξενούν κι εκφράζουν το ασυνείδητο. Σε αυτό το επίπεδο όλοι τους θα εκδηλώσουν μια μύχια ελπίδα και μια επιθυμία που οδηγεί τις συγκρούσεις στο σενάριο. Επαφίεται στον θεατή να καταλάβει ποιες απ' αυτές συμβαίνουν στ' αλήθεια και ποιες είναι αποκύημα κάποια συγγραφικής φαντασίας.  

Το όλον φυσικά θα μπορούσε να περάσει επίσης σαν μεταμοντέρνο σχόλιο για την κατεξοχήν ηδονοβλεπτική και κατά πλειοψηφία αφηγηματική τέχνη του σινεμά. Αν υπάρχει μια προφανής ηθική διερεύνηση εδώ έχει να κάνει αφενός με τα όρια της αφήγησης, αφετέρου με την ιδιωτικότητα και το πως παραβιάζεται μέσα από μία φανταστική ή δανεική ιστορία. Σε σχέση με το τελευταίο δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την σχετικά πρόσφατη υπόθεση λογοκλοπής στην οποία πρωταγωνίστησε (και για την οποία τελικά αθωώθηκε) ο σκηνοθέτης. Σε σχέση με την αφήγηση όμως (κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα) πρόκειται για μια από τις περιπτώσεις που το (επίκτητο) στυλ, υπερτερεί της ουσίας. Αν παραπάνω χαρακτηρίσαμε την πλοκή προσχηματική είναι επειδή οι «Παράλληλες Ιστορίες» που αφηγείται εδώ ο σκηνοθέτης, όπως και να τις τυλίξει ή ξετυλίξει κανείς δεν έχουν τίποτα να πουν. Ίσως επειδή μένουν παράλληλες, καταλαμβάνοντας πολύ μικρό χώρο η κάθε μια στα 140 λεπτά του φιλμ. Ίσως γιατί το να απαντά κανείς στο δημιουργικό κενό των ηρώων του με μια διαδικασία αντί για λίγη έμπνευση, καταλήγει σε μια άσκηση ύφους αντί σε μια ειλικρινή δημιουργία.    

Η ταινία είναι πολύ πολύ κομψά αν το θέσουμε απογοητευτική κι είναι η πρώτη φορά που ο Φαραντί υπογράφει μια τέτοια. Έχει υπογραμμισμένο παντού μέσα στο είναι της το επίπλαστο και το προκατασκευασμένο, έννοιες που αποτυγχάνει να αναδείξει σε οργανικό κομμάτι ενός πολυεπίπεδου σεναρίου. Όσες φορές και να ανεβοκατεβεί κάποιος αυτά τα επίπεδα δεν υπάρχει τίποτα το ενδιαφέρον ή το ουσιαστικό για να βρει. Μόνο ίσως ένας κούφιος φόρος τιμής σε έναν απ' τους σημαντικότερους κινηματογραφικούς δημιουργούς όλων των εποχών, στερημένος ωστόσο ολοκληρωτικά από το άγγιγμα και τη χάρη του Κισλόφκσι.  

Το cinemagazine ταξιδεύει στο 79ο Φεστιβάλ Καννών με την ευγενική υποστήριξη της AEGEAN.

¡Hola Cine! Το αναλυτικό πρόγραμμα του 10ου Φεστιβάλ Ισπανόφωνου Κινηματογράφου Αθήνας - FeCHA Ελληνικές Μικρές Ιστορίες στις Νύχτες Πρεμιέρας: Πρόσκληση υποβολής ελληνικών ταινιών Μικρού Μήκους