Βέβαια, έχοντας πει το παραπάνω, το μέγιστο βιβλίο δεν έχει ευτυχήσει στις μεταφορές του. Έχει υπάρξει μια βωβή ταινία του 1926 με τον Γουόρνερ Μπάξτερ, μια ταινία που θεωρείται χαμένη πια (και ο Φιτζέραλντ την μισούσε). Ακολουθήθηκε από μια άγνωστη πια μεταφορά του 1949 με τον Άλαν Λαντ στον επώνυμο ρόλο, πλήρως ατυχής και αυτή.
Και ενώ το να έχεις Γκάτσμπι τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ της δεκαετίας του '70 υπερβαίνει τις ελπίδες και του ίδιου του συγγραφέα, ενώ ο Κόπολα είναι ο σεναρίστας που θα χρειαζόταν ειδικά αυτό το βιβλίο, η ταινία του 1974 έχει κατασκευαστικές αρετές και ελάχιστη κινηματογραφική γοητεία. Η έτερη μεταφορά, του Μπαζ Λούρμαν με τον Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, έχει και αυτή ένα φαινομενικό πλεονέκτημα στον πρωταγωνιστή της, το ισοπεδωτικό λουρμανικό ντελίριο όμως ίσα που καλύπτει τον...μισό Γκάτσμπι - διότι υπάρχει και ένα άλλο, εσωστρεφές, μισό που ο Αυστραλός σκηνοθέτης παρέκαμψε. Το 2000 το βιβλίο έφτασε και πάλι στην τηλεόραση, με τον Πολ Ραντ, τον Τόμπι Στίβενς και την Μάιρα Σορβίνο, ο υπογράφων δεν έχει γνώση.
Τώρα ο Τζέι Γκάτσμπι και Αμερική του έρχονται ξανά στην τηλεόραση - ας σημειωθεί ότι από φέτος τα δικαιώματα του βιβλίου περνούν στο public domain. Και αρχιμάστοράς του είναι ο Μάικλ Χιρστ, με παραγωγούς τα A+E Studios και το ITV Studios America. Καλωδιακή ή streaming στέγη δεν έχει βρεθεί ακόμα. Η μίνι σειρά θα συγγραφεί από τον Χιρστ («Ελίζαμπεθ», «The Tudors»,«Vikings»), ενώ εμπλέκονται και κληρονόμοι του ονόματος, μέσω της Μπλέικ Χάζαρντ, δισέγγονης του ζεύγους Σκοτ και Ζέλντα Φιτζέραλντ.
Εκείνο που θα εγείρει κάποιες συζητήσεις είναι η προοπτική ο Γκάτσμπι αυτός να διερευνά, μεταξύ άλλων, και την Μαύρη Κοινότητας της Νέας Υόρκης καθώς και την μουσική κουλτούρα της εποχής. «Είναι λες και ζω με τον 'Γκάτσμπι' το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου», λέει ο Χιρστ. «Σήμερα, καθώς η Αμερική πρέπει να επανεφεύρει τον εαυτό της, είναι η τέλεια στιγμή να δούμε με νέα μάτια την διαχρονική του ιστορία, να εξερευνήσουμε τους διάσημους χαρακτήρες μέσα από τον μοντέρνο φακό του φύλου, της φυλής και του σεξουαλικού προσανατολισμού. Η βαθιά ρομαντική ματιά του Φιτζέραλντ δεν τον εμποδίζει να εξετάζει το σκοτεινό υπογάστριο της Αμερικανικής εμπειρίας, πράγμα στο οποίο οφείλεται και η διαχρονικότητα του κειμένου», ολοκληρώνει ο Χιρστ.
Είναι ευκρινές ότι η νέα προσέγγιση δεν θα θυμίζει σε πολλά τις ως σήμερα μεταφορές, ελπίζει κανείς να εξακολουθήσει να θυμίζει την λογοτεχνική πηγή και το πνεύμα της και ω του θαύματος η καλύτερη μεταφορά να είναι τελικά αυτή.





