Αν κάτι έχει καταστήσει σαφές ο Τέρενς Μάλικ, έπειτα από την προ τετραετίας επιστροφή του στη σκηνοθεσία με το «Δέντρο της Ζωής», αυτό είναι πως δεν τον ενδιαφέρουν πλέον οι κινηματογραφικές συμβάσεις.
Δεν τον ενδιαφέρουν οι ξεκάθαρες αφηγήσεις. Δεν τον ενδιαφέρει η ανάγκη διήγησης μιας κανονικής ιστορίας με αρχή, μέση και τέλος. Δεν τον ενδιαφέρει αν οι ήρωες που παρελαύνουν στην οθόνη δεν κουβαλούν τίποτα περισσότερο από ένα όνομα και σχεδόν καμία περαιτέρω ιδιότητα.
Και σίγουρα δεν τον ενδιαφέρει το αν, υπηρετώντας πλέον ένα εντελώς προσωπικό και αντισυμβατικό με τα μέτρα του μέινστριμ σινεμά όραμα, ενδέχεται στην πορεία να αποξενώσει μια μεγάλη μερίδα του κοινού του.
Το τρέιλερ της ταινίας
Είναι κομμάτι αυτό του σεβασμού που προκαλεί σταθερά στην πλειοψηφία της κινηματογραφικής κοινότητας ο μυστικοπαθής δημιουργός. Κρίμα μοναχά που οι εκκεντρικότητές του δεν αρκούν για να κρύψουν το γεγονός ότι πίσω τους βρίσκεται ένας σκηνοθέτης που φανερώνει πλέον τα δημιουργικά του αδιέξοδα.
Όπως συνέβη προηγούμενα με το «Δέντρο της Ζωής» και ακόμη περισσότερο με το άκρως προβληματικό «Μέχρι το Θαύμα» (2012), έτσι κι εδώ, για το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ, κάθε έννοια πλοκής δίνει την θέση της σε μια ρευστή αλληλουχία εικόνων, φευγαλέων στιγμών και σκόρπιων αναμνήσεων.
Μοιράζοντας την ταινία του σε κεφάλαια που, όπως και ο τίτλος της, είναι κι αυτά εμπνευσμένα από τις κάρτες των Ταρώ (όχι πως η συγκεκριμένη λεπτομέρεια προσθέτει την παραμικρή χρησιμότητα στα όσα θα δούμε επί οθόνης), ο Μάλικ ασχολείται με την περίπτωση ενός παράγοντα της βιομηχανίας του θεάματος (πρόκειται για ηθοποιό; Σκηνοθέτη; Σεναριογράφο; Παραγωγό; Δεν θα μάθουμε!) ο οποίος κουβαλά μαζί του το βάρος μιας διογκούμενης υπαρξιακής κρίσης, έχοντας κορεστεί προφανώς από μια ζωή ρηχότητας και εφήμερων απολαύσεων.
Για τον ήρωα αυτό, τον οποίο ενσαρκώνει ο Κρίστιαν Μπέιλ με βλέμμα μονίμως απλανές και νωχελικότητα υπνωτισμένου στις κινήσεις, μαθαίνουμε ελάχιστα πέραν του ότι είναι χωρισμένος, έχει ως μοναδική οικογένεια τον πατέρα και τον μικρότερο αδερφό του και πως μόνιμη συντροφιά του κρατούν μια σειρά από εκθαμβωτικές φιλενάδες και ερωτικές υπάρξεις της μιας βραδιάς.
Αυτά συμβαίνουν εν ολίγοις στο «Knight of Cups», και σε 118 ατελείωτα και συναισθηματικά απονεκρωμένα λεπτά, κατά τη διάρκεια των οποίων όλοι οι ηθοποιοί περιφέρονται μουδιασμένοι και με βλέμμα θολό, σαν να μην ξέρουν ακριβώς προς τα πού να εστιάσουν, γλιστρούν διαρκώς σε εσωτερικούς μονολόγους που φλερτάρουν επικίνδυνα με την αμπελοφιλοσοφία, μουρμουρίζουν αοριστίες τις οποίες ως επί το πλείστον ακούμε κατά το ήμισυ (γιατί σχεδόν καμιά σκηνή δεν αφήνει μια φράση να ολοκληρωθεί) και μπαινοβγαίνουν άσκοπα από πλάνο σε πλάνο, δίχως να τους δίνεται κάτι στοιχειώδες για να ερμηνεύσουν.
Πίσω από το φελινικών εμπνεύσεων γαϊτανάκι το οποίο πηγαινοέρχεται χωρίς σταματημό από χολιγουντιανά πάρτι, λουσάτες επαύλεις και καλιφορνέζικες λεωφόρους μέχρι ερήμους, θάλασσες και ακτές, το φιλμ υποτίθεται ότι ενώνει την προσωπική αγωνία του κεντρικού χαρακτήρα (η λέξη χαρακτήρας θα έπρεπε μάλλον να μπει σε εισαγωγικά) με την πλέον μόνιμη θρησκευτική ανησυχία του σκηνοθέτη περί ύπαρξης του Θεού, προπατορικού αμαρτήματος, πίστης σε ένα ανώτερο ον, ένωσης με τον επουράνιο πατέρα και άλλων... κατηχήσεων.
Αδυνατώντας, ως φαίνεται, να γράψει ένα έστω υποτυπώδες σενάριο που θα μπορούσε να στηρίξει επάνω του τις ατέλειωτες και άσκοπες βόλτες των πρωταγωνιστών μέσα στα σινιέ και καλογυαλισμένα σαν ακριβά διαφημιστικά πλάνα του, ο Μάλικ κρύβεται πίσω από ένα ιμπρεσιονιστικό κινούμενο μωσαϊκό, όπου η αιθέρια κάμερα του θαυματουργού διευθυντή φωτογραφίας Εμάνουελ Λουμπέσκι γλιστρά για άλλη μια φορά κυκλωτικά μέσα από τους ανθρώπους και τα αντικείμενα, σαν να κολυμπάει μαζί τους σε ένα όνειρο.
Μόλις, όμως, αποπειραθεί κανείς να τραβήξει την παχιά κουρτίνα των εικόνων, πίσω της δεν συναντά τίποτα περισσότερο από μια απλοϊκή προβληματική πάνω στη φαυλότητα που καλύπτει τον κόσμο του θεάματος, στην μοντέρνα αποξένωση, στην ανάγκη εξεύρεσης ενός βαθύτερου νοήματος και σε αρκετές ακόμη γενικότητες.
Όσο πιο βαθιά βυθίζεται ο θεατής στον ορμητικό συνειρμικό ποταμό της ταινίας, εν τω μεταξύ, τόσο περισσότερο μοιάζει να χάνει από μπροστά του τη θέα της όχθης. Ανοικονόμητος και επαναλαμβανόμενος, ο Μάλικ διανύει ασταμάτητα κύκλους γύρω από τις ίδιες προφανείς έννοιες.
Τίποτα το πνευματικό, τίποτα το πρωτοφανέρωτο και τίποτα το βαθύ δεν κρύβεται, παρ’ όλα αυτά, στο «Knight of Cups». Μόνο μια αίσθηση κενού. Και η πραγματικότητα ενός σκηνοθέτη ο οποίος βρίσκεται εδώ και χρόνια δέσμιος του εαυτού του, των εμμονών του και της υποψίας ότι κανείς από τους παραγωγούς του δεν έχει μάθει να λέει κάπου-κάπου «όχι» στα καπρίτσια του.





