Λίγες προσωπικότητες στον χώρο του αμερικανικού αθλητισμού έχουν την επίδραση του Τζον Μάντεν. Ο άνθρωπος είναι συνυφασμένος με το NFL, την λίγκα δηλαδή του φούτμπολ. Κέρδισε πέντε Super Bowl και κρατά το μεγαλύτερο ποσοστό νικών προπονητή στην ιστορία. Και όταν σταμάτησε έγινε κλασικός σχολιαστής επί τέσσερεις δεκαετίες, ο οποίος μάλιστα έδωσε και το όνομά του σε μια σειρά videogames που αποτελούν θηριώδες property από μόνα τους. Κάτι που εξακολουθεί και μετά τον θάνατό του.
Είναι σαφές λοιπόν ότι το πράγμα φωνάζει για χολιγουντιανή «διαχείριση». Και, ιδίως αν βρισκόμασταν περίπου 10 χρόνια πριν, ο Ντέιβιντ Ο. Ράσελ θα ήταν από τα βασικά ονόματα που θα μπορούσε κανείς να βασιστεί. Η αλήθεια είναι ότι έκτοτε ο αγαπημένος (στον υπογράφοντα) δημιουργός δεν είναι σε φόρμα. Αλλά, ποτέ δεν ξέρεις, συν το ότι θα πρέπει να στηριχθεί κανείς στην παρουσία του μεγάλου Νικ, κλασικής περίπτωσης ιδεώδους επιλογής για τον ρόλο, που εμπεριέχει όλον τον bigger than life «αμερικάνικο» χαρακτήρα που ο ρόλος απαιτεί.
Κοντά στον Κέιτζ έχεις Κρίστιαν Μπέιλ, από τον κορμό του θιάσου Ο. Ράσελ την περασμένη δεκαετία, έχεις Κάθριν Χαν, Τζον Μουλέινι, Σιένα Μίλερ και πάει λέγοντας. Το καστ δεν είναι ποτέ το πρόβλημα σε ταινία του σκηνοθέτη. Ο οποίος εδώ εκτελεί και χρέος συν-σεναριογράφου, μαζί με τον Κάμπρον Κλαρκ. Φωτογραφίζει ο αλάνθαστος Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον των τριών Όσκαρ (μόνο αυτός ο Λουμπέτζκι και ο Στοράρο από ζώντες), οπότε είμαστε καλυμμένοι και από κει.
Στα αρνητικά, η ταινία θα έχει μια ψωροβδομάδα στις αίθουσες των ΗΠΑ (από 11 Νοεμβρίου) και μετά θα περάσει στο Prime Video. Αρκεί μεν για οσκαρική νομιμοποίηση, αλλά (πολύ φοβάμαι) θα περάσει στα ψιλά και ίσως (ακόμα χειρότερα) κάποιοι έχουν αποφασίσει ότι η ταινία δεν είναι και για πολλά παραπάνω. Μακάρι να διαψευστούν.
Τρέιλερ:





