Η αληθινή ιστορία πίσω από το κομψοτέχνημα του Μπονγκ Τζουν Χο κρύβει τους φόνους 14 γυναικών στο διάστημα μιας πενταετίας από το 1986 μέχρι το 1991. Διαβάζοντας τις δηλώσεις του ενόχου, εκπλήσσεσαι κι εσύ με τη σειρά σου, ενθυμούμενος ίσως λίγο και τον Μπραντ Πιτ του «Se7en» σε μια «ξεκαρδιστική» σκηνή, με το πόση τρέλλα κυκλοφορεί εκεί έξω.
«Είχα το ρολόι ενός θύματος όταν με σταμάτησαν τότε κάτι αστυνομικοί, αλλά τους ενόχλησε που δεν είχα μαζί την ταυτότητά μου και με άφησαν να φύγω», δηλώνει ο εκτάκτως παράφρων 57χρονος σήμερα Λι, που εκτίει ποινή για άλλο κακούργημα, τον βιασμό και τον φόνο της νύφης του, το 1994. Τα αδικήματα της περιόδου που περιγράφει το φιλμ του Χο (που γνωρίζει πιένες δημοφιλίας μετά το Όσκαρ των «Παρασίτων») έχουν παραγραφεί.
Θυμίζουμε ότι στην φυλακή μπήκε τελικά ένας αθώος (κι έμεινε μέσα 20 χρόνια...) και τώρα στη επανάληψη της δίκης που ο αθώος προσπαθεί να ανατρέψει την προηγούμενη καταδίκη, ο Λι ανέλαβε την ευθύνη και του εγκλήματος για το οποίο είχε καταδικαστεί λάθος άνθρωπος.
Επ' ευκαιρίας θυμίζουμε την κριτική του Νεκτάριου Σάκκα για την ταινία:
«Μνήμες Εγκλημάτων» (2003) του Μπονγκ Τζουν Χο
Το πρώτο χρονικά αριστούργημα του Μπονγκ Τζουν-χο εξακολουθεί να κοντράρει επί ίσοις όροις κάθε επόμενο σημαντικό σταθμό της καριέρας του, συμπεριλαμβανομένων ακόμη και των οσκαρικών «Παρασίτων», κινούμενο μαεστρικά εντός εκτός και επί τα αυτά του αστυνομικού φιλμ μυστηρίου με φόντο την αληθινή - και άλυτη μέχρι τον περασμένο Σεπτέμβρη - ιστορία του πρώτου Κορεάτη serial killer.
Τρία χρόνια μετά τον «Σκύλο που Γαβγίζει», οι «Μνήμες Φόνων» ήταν το follow up που διεύρυνε αποφασιστικά την ορατότητα του Μπονγκ Τζουν-Χο στο διεθνές φεστιβαλικό κύκλωμα θέτοντάς τον στο ίδιο κάδρο με τους πλέον υποσχόμενους δημιουργούς παγκοσμίως των αρχών των ‘00s. Η έκτοτε αδιάκοπα ανερχόμενη πορεία του έμελλε ωστόσο να συναντηθεί εκ νέου με μια ενδιαφέρουσα συγκυρία γύρω από τη δράση του πρώτου κατά συρροή δολοφόνου που συντάραξε τη Νότια Κορέα κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ‘80, γύρω από την οποία περιστρέφονται οι «Μνήμες Φόνων». Ήταν τον περασμένο Σεπτέμβριο, λίγους μήνες δηλαδή μετά τον θρίαμβο του Μπονγκ στις Κάννες με τα «Παράσιτα», όταν οι τοπικές αστυνομικές Αρχές ανακοίνωσαν την ταυτοποίηση του δράστη σχεδόν τρεισήμισι δεκαετίες μετά το πρώτο του χτύπημα. Ήταν λες και η μέχρι τότε σπουδαιότερη επιτυχία του Κορεάτη δημιουργού (σ.σ. δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα των Όσκαρ) «ήθελε» να συνδεθεί με την πρώτη του, συμπίπτοντας φυσικά με την επίλυση μιας υπόθεσης που αποτελούσε υπόθεση τιμής για τις Αρχές της χώρας.
Ενδιαφέρον πάντως οι συνδέσεις που στήνει μερικές φορές η εξέλιξη των πραγμάτων - κι ας επαφίεται σε εμάς το αν θα επιλέξουμε τελικά να τις δούμε. Άλλωστε με μια τέτοια εμφανή όσο και αριστουργηματική σύνδεση κλείνει την ταινία εδώ ο Μπονγκ, όταν ο άτσαλος ντετέκτιβ Παρκ (τον υποδύεται ο Σονγκ Κανγκ-χο για να εξελιχθεί έκτοτε σε αγαπημένο πρωταγωνιστή του Μπονγκ) συνειδητοποιεί δεκαετίες μετά την απεμπλοκή του από την διαβόητη υπόθεση πως τόσο εκείνος όσο και ο ασύλληπτος ακόμα δολοφόνος εξακολουθούν να στοιχειώνονται από όσα προηγήθηκαν. Τις μνήμες συγκεκριμένα όπως ο τίτλος υποδεικνύει, αφού η ταινία καταλήγει οριοθετώντας το 2003 ως παρόν, αφήνοντας ως εκ τούτου τις δύο φιλμικές ώρες που προηγήθηκαν να είναι ακριβώς αυτό: μνήμες. Οδυνηρές μνήμες γύρω από το κυνήγι ενός φονιά που από το ‘86 ως το ‘91 άφησε στο διάβα του δέκα γυναίκες βιασμένες και δολοφονημένες στην επαρχία Hwaseong.
Αποκτώντας έξτρα ώθηση εντός της σινεφίλ κοινότητας αφ’ ης στιγμής ο Ταραντίνο ομολόγησε την λατρεία του για το φιλμ συγκαταλέγοντάς το στο top-20 του για την τελευταία 20ετία, οι «Μνήμες Φόνων» βρέθηκαν να κοντράρουν στα ίσια ως και το περιβόητο «Zodiac». Απέναντι στο αμιγώς ζοφερό διαμάντι του Φίντσερ κατά το οποίο οι αφοσιωμένοι ντετέκτιβ βυθίζονται στην ματαιωτική απόγνωση εβρισκόμενοι μονίμως ένα βήμα πίσω από τον (επίσης ασύλληπτο) serial killer, εδώ ο Μπονγκ εντάσσει το στοιχείο του γελοίου, τη φάρσα, δίχως να στερεί τίποτα από την τραγικότητα ή το σκοτάδι του αστυνομικού μυστηρίου που διατηρείται σε πρώτο πλάνο. Μέσα από την εμφανή ανεπάρκεια των ντόπιων αστυνομικών Αρχών που εξαντλούν τα όρια της δικαιοδοσίας τους ξυλοφορτώνοντας τον κάθε δύστυχο ύποπτο ή την κόντρα τους με τον νεοφερμένο πρωτευουσιάνο ντετέκτιβ από την Σεούλ που προσπαθεί να επιβάλλει έναν στοιχειώδη επαγγελματισμό και σοβαρότητα στις έρευνες, ο Μπονγκ ξανοίγεται σε μία σειρά από ραφιναρισμένα σχόλια αφοπλιστικής ευστοχίας.
Σε ευρύτερο επίπεδο μιλά για μια χώρα που εστιάζει στον εχθρό εκτός των τειχών, χάνοντας αυτόν που ελλοχεύει εντός. Σε υπαρξιακό πάλι, είναι αυτή η υπερβατική σύνδεση μεταξύ διώκτη και διωκώμενου εκεί στον επίλογο που καταπίνει μονομιάς κάθε μανιχαϊστικό διαχωρισμό μεταξύ καλού και κακού, σε μία επιβεβαίωση της νιτσεϊκής ρήσης περί της αβύσσου και του βλέμματος προς αυτή που επιστρέφεται με κόστος.





