Το ποια είναι τα Όσκαρ για τους «σωστούς» και ποια για τους «λάθος» λόγους είναι μια ιστορία που αποφασίζεται διαρκώς από ειδικούς, μη ειδικούς, σχολιαστές και ιστορικούς, δημοσιογράφους, ομότεχνους και... το μέλλον. Καθένας και η γνώμη του, άλλωστε είναι απλώς βραβεία, έστω και αν ένα περασμένο πρεστίζ εξακολουθεί να διαφοροποιεί κάπως τα σύγχρονα Όσκαρ από το (κυριολεκτικό, πλέον) πλήθος των μοντέρνων απονομών.
Η Μισέλ Γεό, ιέρεια αναμφίβολη του σινεμά δράσης της Άπω Ανατολής και από το δεύτερο Μποντ του Μπρόσναν («Tomorrow Never Dies», 1997) γνωστή φυσιογνωμία και στη Δύση, είναι πλέον η πρώτη Ασιάτισσα κάτοχος Όσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου. Είναι επίσης η τρίτη, μετά τις Γιου-Τζουνγκ Γιουν και Μιγιόσι Ουμέκι (αντίστοιχα από τα «Minari» και «Sayonara» - από το μακρινό 1957 η δεύτερη) που κατακτά ερμηνευτικό Όσκαρ.
«Για όλα τα μικρά αγόρια και κορίτσια που δείχνουν σαν εμένα και βλέπουν απόψε, αυτός είναι ένας φάρος ελπίδας και δυνατοτήτων», είπε η Γεό από σκηνής. Η μεγαλοστομία είναι ίδιον πολλών βραβευθέντων, λιγότεροι (αλλά κάμποσοι) την ψώνισαν, επίσης βραβευόμενοι, όσο η Γεό φέτος. Γεό που ούτε λίγο ούτε πολύ μετέθεσε την βράβευσή της, ιδίως κατά τις τελευταίες μέρες, στο επίπεδο της ηθικής δικαίωσης.
«Αυτή είναι η απόδειξη ότι τα όνειρα βγαίνουν αληθινά. και, κυρίες, μην αφήσετε ποτέ κανέναν να σας πει ότι είστε πέρα από την ακμή σας. Μην εγκαταλείπετε ποτέ». Φεύγοντας από την σκηνή, η Γεό φώναξε, σε προφανή επιφοίτηση, «Ευχαριστώ Ακαδημία - ιστορία γράφεται αυτή τη στιγμή!»
Η Γεό άφησε πίσω της Μισέλ Γουίλιαμς («Fabelmans»), Άντρεα Ράιζμπορο («To Leslie»), Άνα ντε Άρμας («Blonde») και Κέιτ Μπλάνσετ («Tár»), όλες τους, ίσως πλην της Γουίλιαμς (που κάποιοι λέμε ότι έπρεπε να είναι στον Β' Γυναικείο), σε ανώτερες ερμηνείες/ρόλους, κατά τη γνώμη του υπογράφοντος, με ειδικά τις δύο τελευταίες να είναι ευκρινώς επιτευγματικές και ανεπανάληπτες. Το γεγονός ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή που την μία την εξαϋλώνει η ταινία της και την άλλη την συμπαρασύρει μια δεδηλωμένη λογική μελών που «εκνευρίζονται από την τελειότητα», ίσως δεν είναι κάτι απολύτως «21ος αιώνας» (βλέπε Όσκαρ στην εποχή των social), αλλά είναι πλειοψηφούσα λογική πια. Πέρα από το δημοσιογραφικό καθήκον, αλλά εντός της κριτικής αποτίμησης, τα Όσκαρ δεν έχουν, εδώ και καιρό, αυτό που στην εξοχή αποκαλούμε gravitas.
Το ότι το «Τα Πάντα Όλα» είναι κάτι περισσότερο από ένα ευχάριστο αξιοπερίεργο, μια ωφέλιμη ιδιαιτερότητα, και κερδίζει 7 Όσκαρ, καθαρίζει όλα τα βασικά που ήταν υποψήφιο και διαδέχεται σε νίκες το....«Slumdog Milionaire» στον αιώνα μας, είναι τεκμήριο (για κάποιους, όχι για όλους) του παραπάνω ισχυρισμού.
Με 100 εκατομμύρια πάντως σε όλο τον κόσμο είναι η μεγαλύτερη επιτυχία της Α24.





