Είναι εύκολο - και ίσως όχι εσφαλμένο - να διαμαρτυρηθεί κανείς για «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα» στην όλη υπόθεση της πώλησης της Warner Bros. στον πλειοδότη (της προτίμησής της). Από τη μια ένα προς-το-maga στούντιο με φιλίες με τον νυν καθήμενο στο Οβάλ Γραφείο, από την άλλη μια mega-πλατφόρμα που σκοπό έχει να βγάλει λεφτά, όπως όλοι βέβαια στο κουρμπέτι, αλλά μέχρι στιγμής τουλάχιστον θέλει να το κάνει μεταφέροντας την Ψυχαγωγία στο σπίτι, ιδιωτικοποιώντας τα πάντα. (Αν έπρεπε να διάλεγα θα προτιμούσα την λύση της Paramount, ο ένοικος είναι...ένοικος και οι φιλίες όχι ο καθοριστικός παράγοντας της βιομηχανίας.)
Ο Τεντ Σαράντος μοιάζει να θέλει να επιβληθεί ως εικόνα δεχόμενος μάλλον κάθε πρόσκληση συνέντευξης και διευκρινίζοντας σε όλους του τόνους τις προθέσεις του. «Αγοράζουμε ένα επιχειρησιακό μοντέλο, δεν θέλουμε να το σκοτώσουμε. Όλοι οι τίτλοι της Warner θα έχουν δικό τους αιθουσιακό παράθυρο 45 ημερών, εν συνεχεία μετάβαση στο Video on Demand και τελικά στην πλατφόρμα», επιμένει.
Το ερώτημα είναι αν τον πιστεύουμε. (Ένα άλλο ερώτημα βέβαια είναι αν έχει την παραμικρή σημασία τι κάνουμε εμείς, όχι είναι η απάντηση. Η ουσία της στάσης μας είναι αν πληρώνουμε/βλέπουμε/γράφουμε για πλατφορμικό υλικό και η απόκριση εδώ είναι, ατυχώς ή όχι, ναι σε όλα.) Στην πράξη πάντως, για να φιλοσοφούμε και λίγο την κατάσταση, αυτά είναι όλα αναπότρεπτα, ιστορικά στάδια στην εξέλιξη μιας καπιταλιστικής πρακτικής. Οπωσδήποτε πατούν πάνω στις συνήθειές μας και τις τάσεις, που με την σειρά τους, ατυχώς ή όχι, καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από έτερες καπιταλιστικές πρακτικές επικοινωνίας (φυσικά και τα social συν-επέφεραν την «ιδιωτικοποίηση» της Ψυχαγωγίας), τις οποίες τελικά έτσι όπως τα κάναμε θα απολαύσουμε/απολαμβάνουμε στον αιώνα τον άπαντα.
Την παραμικρή σημασία δεν έχει αν λέει χρήσιμα ψέματα ο Τεντ ο Σαράντος.





