Στοιχειώδες, «Κύριε Χολμς»: Πρώτη γνώμη για την καινούργια ταινία του Μπιλ Κόντον

Με μια γλυκύτατη και ελεγειακή ταινία, ο Μπιλ Κόντον έρχεται να μας θυμίσει με τον καλύτερο τρόπο ότι κάποτε υπήρξε ο δημιουργός του θαυμάσιου «Θεοί και Δαίμονες». Για να γιορτάσει, μάλιστα, το γεγονός συνεργάζεται ξανά με τον πρωταγωνιστή του σε εκείνο το φιλμ, δίνοντας την ευκαιρία στον Ίαν Μακ Κέλεν να ενσαρκώσει τον ωραιότερο Σέρλοκ Χολμς που είδαμε ποτέ στο σινεμά.

Από τον Λουκά Κατσίκα
Στοιχειώδες, «Κύριε Χολμς»: Πρώτη γνώμη για την καινούργια ταινία του Μπιλ Κόντον

Με μια γλυκύτατη και ελεγειακή ταινία, ο Μπιλ Κόντον έρχεται να μας θυμίσει με τον καλύτερο τρόπο ότι κάποτε υπήρξε ο δημιουργός του θαυμάσιου «Θεοί και Δαίμονες». Για να γιορτάσει, μάλιστα, το γεγονός συνεργάζεται ξανά με τον πρωταγωνιστή του σε εκείνο το φιλμ, δίνοντας την ευκαιρία στον Ίαν Μακ Κέλεν να ενσαρκώσει τον ωραιότερο Σέρλοκ Χολμς που είδαμε ποτέ στο σινεμά.

Οι περισσότεροι θεατές στον κόσμο γνωρίζουν πλέον τον Μπιλ Κόντον όχι ως τον σκηνοθέτη των οσκαρικών και ιδιαίτερα επικερδών εμπορικά «Dreamgirls» (2006), αλλά ως τον άνθρωπο που ανέλαβε να μεταφέρει στην οθόνη τα δυο τελευταία μέρη της δημοφιλέστατης κινηματογραφικής σειράς «Λυκόφως».

Ελάχιστοι τον μνημονεύουν επίσης για το πολύ συμπαθές δράμα «Kinsey» (2004) που γύρισε με τον Λίαμ Νίσον και ακόμη λιγότεροι, δυστυχώς, για το «Θεοί και Δαίμονες» του 1998, την καλύτερη ταινία του και βέβαια την αφορμή για την οποία ο σκηνοθέτης απέκτησε ευρύτερη απήχηση και σεβαστό καλλιτεχνικό εκτόπισμα.

Στο εξαιρετικό εκείνο φιλμ ο Ίαν Μακ Κέλεν κέρδιζε δικαιωματικά μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Α’ Ανδρικού ρόλου, και αρκετά ακόμη βραβεία, υποδυόμενος τον σκηνοθέτη του κλασικού «Φρανκενστάιν», Τζέιμς Γουέιλ, στη δύση της καριέρας και της ζωής του και σε μια έσχατη προσπάθεια να βάλει κατακλείδα στους ανοιχτούς λογαριασμούς του με το παρελθόν.

Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, ο Μπιλ Κόντον και ο Ίαν Μακ Κέλεν συναντιούνται ξανά σε μια συναφούς θεματικής (και ευαισθησίας) ταινία προκειμένου να αφηγηθούν την γλυκόπικρη ιστορία ενός ακόμη επώνυμου ήρωα ο οποίος βρίσκεται σε προχωρημένα γηρατεία και επιθυμεί να συμφιλιωθεί μια και καλή με τα επίμονα φαντάσματά του.

Στην περίπτωση του «Mr. Holmes» πρόκειται, ασφαλώς, για τον διασημότερο μυθιστορηματικό ντετέκτιβ που γεννήθηκε ποτέ και ο οποίος πασχίζει πλέον, στα 93 του, με τη συνειδητοποίηση του ελάχιστου χρόνου που του απομένει και με την αγωνία για την πνευματική του υγεία η οποία φθίνει με ραγδαίους ρυθμούς.

Ο Σέρλοκ Χολμς, που με τόσο φλεγματικό και αριστοκρατικό τρόπο αποδίδει ο Μακ Κέλεν, έχει πλέον αποσυρθεί στην αγγλική επαρχία, ζει μαζί με μια χηρευμένη οικονόμο και τον πανέξυπνο μικρό της γιο και επιχειρεί, πριν τον εγκαταλείψει οριστικά η μνήμη του, να ενώσει στο μυαλό του και να αποτυπώσει σε χαρτί τα σκόρπια κομμάτια από το τελευταίο αίνιγμα που κλήθηκε να λύσει, περίπου δύο δεκαετίες πριν.

Bασισμένος στο βιβλίο «A Slight Trick of the Mind» που κυκλοφόρησε ο Μιτς Κάλιν το 2005, ο «Mr. Holmes» αντιμετωπίζει με σχετική ρεβιζιονιστική διάθεση το μύθο του, προσφέρει μια ενδιαφέρουσα πλοκή μυστηρίου κοντά στο απολαυστικό λογοτεχνικό πνεύμα του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ, μπλέκει στην καλοδουλεμένη ίντριγκά του όχι μια αλλά τρεις ιστορίες (δύο από τις οποίες εκτυλίσσονται στο παρελθόν) και μέσα από αυτές πανηγυρίζει την ζωογόνο ισχύ της φαντασίας.

Η ταινία του επιτυγχάνει, παρ’ όλα αυτά, και κάτι ακόμη: εξερευνά διακριτικά και με ευπρόσδεκτη μελαγχολία στην οθόνη την ιδέα τού να μεγαλώνεις αξιοπρεπώς, να αποχαιρετάς τον κόσμο νηφάλιος και πλήρης, και να φιλιώνεις εν τέλει με τα πράγματα εκείνα που μέχρι πρότινος αποτελούσαν τις χθεσινές ψευδαισθήσεις και πανάκειες της ζωής σου.

Και ενώ το «Mr. Holmes» μπορεί να μην αποτυπώνεται τόσο στη μνήμη ως η καθαρόαιμη δημιουργία μυστηρίου που πολλοί ενδεχομένως περιμένουν να δουν, ο Μπιλ Κόντον και ο σεναριογράφος του κατορθώνουν και διοχετεύουν στο φιλμ τόση ανθρωπιά και κατανόηση, ώστε η παρακολούθηση της ταινίας να αποτελεί, εκτός από πρώτης τάξεως ψυχαγωγία, και μια διαρκή εναλλαγή ανάμεσα στο χαμόγελο και τη συγκρατημένη συγκίνηση.

Ευλογημένη επιλογή για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο 75χρονος Ίαν Μακ Κέλεν σημαδεύει με το γαλαζόχρωμο και σπιρτόζικο βλέμμα του κάθε πλάνο και στέκει μαγνητικός σε έναν από τους ομορφότερους ρόλους που ευτύχησε να ενσαρκώσει στον κινηματογράφο.

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ