Και με το καλημέρα έρχεται η ερώτηση-πυροκροτητής, με την (σχετικά) καλή έννοια, προς την φετινή Πρόεδρο της Επιτροπής: «Και πώς αισθάνεστε που ηγείστε μιας επιτροπής σε φεστιβάλ που έχει μόνο δύο ταινίες από γυναίκες -δημιουργούς στο Διαγωνιστικό της;». Η Μάγκι Τζίλενχαλ την περίμενε την ασίστ και απαντά: «Υποθέτω ότι κατέστη επιτέλους σαφές πως οι άντρες σκηνοθετούν καλύτερες ταινίες από τις γυναίκες».
Λίγο μετά όμως η απάντηση σοβαρεύει: «Υπάρχει ένα συστημικό πρόβλημα, προφανώς. Πιστεύω ότι πράγματι οι γυναίκες έχουν πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα να βρουν χρηματοδότηση για τις ταινίες τους. Επίσης, είναι πιθανό, καθώς οι γυναίκες έχουν μια διαφορετική εμπειρία ζωής στον κόσμο μας, να θέλουν να κάνουν έργα που δεν εκτιμώνται αναλόγως ως υψηλή τέχνη. Ποιος αποφασίζει τι είναι καλό; Ποιος τι είναι άξιο;», ρωτά η δημιουργός.
Σε ερώτηση των δημοσιογράφων προς τον Αλμπέρτο Μπαρμπέρα για το κατά πόσον η θέση της Προέδρου του έχει βρει λαυράκι και όντως υπάρχει σχετική έλλειψη ενδιαφέροντος για τους τύπους ταινιών που σκηνοθετούν οι γυναίκες, ο Ιταλός απάντησε: «Δεν υπάρχει προκατάληψη ως προς τον τύπο ή το περιεχόμενο. Είναι πολύ δύσκολο να καθορίσεις την ποιότητα ενός έργου, την ικανότητα ενός σκηνοθέτη να μεταφράσει σε εικόνες, σε ιστορία. Προσπαθούμε να το κάνουμε δίχως προκατάληψη. Δεν υπάρχουν θέματα που εκτιμούμε ως λιγότερο σημαντικά.»
Αποκρινόμενη η Τζίλενχαλ έθεσε: «Εξακολουθώ να πιστεύω ότι υπάρχει συστημική περιπλοκή και σύγχυση ως προς το τι αξιολογείται. Είναι τόσο σύντομος ο χρόνος στον οποίον οι γυναίκες είχαν την ευκαιρία να κάνουν τανίες εν γένει. Θα χρειαστεί χρόνος για να εντυπωθεί το ότι πολλές γυναίκες κάνουν αρκετά διαφορετικό σινεμά από τους άνδρες ομολόγους τους. [...] Σκεπτόμενη το ερώτημα περί των λιγοστών γυναικείων παρουσιών πρέπει παράλληλα να σκεφτώ και το ότι το Φεστιβάλ επέλεξε εμένα ως επικεφαλής της Επιτροπής όταν έχω στο βιογραφικό μου αυτές τις δύο ταινίες που έχω υπογράψει», έκλεισε η Τζίλενχαλ.
Μια αλήθεια είναι, αν και κάποιος δεν θα συμφωνούσε απαραίτητα, ότι η μέθοδος πίσω από τις φεστιβαλικές επιλογές είναι ένα γρανάζι ενός πολύ μεγαλύτερου συστήματος, το οποίο σχετίζεται περισσότερο με το είδος του σινεμά (καλλιτεχνικά και εμπορικά, ιδεολογικά και οικονομικά) που «προάγεται», παρά με το φύλο. Στα περισσότερα φεστιβάλ,και σίγουρα στα κύρια εξ αυτών, η ισότητα είναι δεδομένη, η ιδιοκτησία/προεδρία/διεύθυνση/προγραμματισμός δύσκολα μπορεί να επιβαρυνθεί με ανάλογες κατηγορίες πλέον (αν και κάποιοι θα ισχυρίζονταν θεαματικά ότι συχνά οι γυναίκες λειτουργούν χειρότερα «ανδρικά» σε κάποιες περιπτώσεις). Αντιθέτως ίσως είναι πολύ ευμενέστερη η λογική των κρίσεων προς (αντί «απέναντι σε») «νέες» θεματολογίες, ριζοσπαστικές οπτικές και λογιών ταυτότητες δημιουργών. (Κοντεύουμε, θέλω να πιστεύω, και στο να γίνει «αντικειμενική».) Και όσο προχωράμε τόσο το σινάφι βρίσκει τον τρόπο να παρακολουθεί και να επιλέγει έργα βάσει αισθητικού, με την ευρύτατη έννοια, ενδιαφέροντος, αδιαφορώντας για την τεχνικότητα του φύλου, επί παραδείγματι, στην παρασκευή μιας ταινίας.
Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι όλα τα προβλήματα είναι λυμένα, αλλά καλό θα είναι να καταλάβουμε, ακόμα κι αν σε κάποιους δεν αρέσει, ότι η επιλογή ενός Προγράμματος, και ακόμα περισσότερο η κριτική επιλογή του είναι καλό και τι όχι, δεσμεύεται από πολύ βαθύτερα χαρακτηριστικά κι όχι απλά από το φύλο ή τα κοινά politics επί μέρους ομάδων. Αλλά όλα αυτά είναι μια μεγάλη συζήτηση, πολλών παραμέτρων, που άριστα πάντως έκανε η χθεσινή Συνέντευξη Τύπου και λοξοκοίταξε, έχουμε δει και ακούσει τρις χειρότερα.





