Αχνή Θέα των Λόφων
A Pale View of Hills
Το λογοτεχνικό ντεμπούτο του Καζούο Ισιγκούρο μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη από τον Κέι Ισικάβα σε μια φροντισμένη, αλλά άνιση ταινία που υπόσχεται πολλά περισσότερα από όσα μπορεί να δώσει.
Ο εγνωσμένης φήμης συγγραφέας Καζούο Ισιγκούρο γεννημένος στο Ναγκασάκι το 1954, αλλά μεγαλωμένος στη Βρετανία, εκδίδει το 1982 την πρώτη του λογοτεχνική δουλειά, ένα βιβλίο μπολιασμένο με αυτοβιογραφικά στοιχεία από τη σύντομη ζωή του στην Ιαπωνία (ο ίδιος μετακόμισε με τους γονείς του στην Αγγλία σε ηλικία πέντε ετών), αλλά και με τις συλλογικές μνήμες ενός λαού που έφερε ακόμη νωπό το τραύμα της ατομικής βόμβας του 1945.
Η ιστορία ξετυλίγεται σε ένα χρονικό φάσμα (χρονικό άλμα) τεσσάρων δεκαετιών, όταν το 1982 η Νίκι (Άικο) επισκέπτεται τη μητέρα της Έτσουκο (Γιοσίντα) στο Ηνωμένο Βασίλειο. Θέλοντας να γράψει ένα βιβλίο για το μεταπολεμικό Ναγκασάκι εμπνευσμένο από τη ζωή και τις εμπειρίες της μητέρας της, η Νίκι θα ξεκινήσει ένα περιδιάβημα στις αναμνήσεις της Έτσουκο, η οποία θα ανακαλέσει στη μνήμη της όχι μονάχα τον δύσκολο συμβιβασμό με την Ιστορία του τόπου της, αλλά και αργότερα τον επίπονο αποχωρισμό από την πρώτη της κόρη Κέικο, η οποία θα έβαζε τέλος στη ζωή της. Κατά τη διάρκεια της αφήγησης η Νίκι θα προσπαθήσει να αποκρυπτογραφήσει τους λόγους για τους οποίους η μητέρα της αποφάσισε να μετακομίσει στην Αγγλία, λόγους που ίσως κρύβουν και ένα μεγάλο μυστικό.
Ο βαθύς ουμανισμός και το ενδιαφέρον του Ισιγκούρο για την ανθρώπινη κατάσταση όπως αυτά διαπνέουν το σύνολο του έργου του, αποτυπώνονται εν μέρει στην ταινία του Ισικάβα, που χαρακτηρίζεται από μια, σχεδόν, ονειροπόλα εικόνα κατά την καταγραφή των περασμένων, μια επιλογή που μοιάζει εσκεμμένη προκειμένου να έρθει σε άμεση αντίθεση με το πρόσφατο, ζοφερό παρελθόν της Ιαπωνίας. Αυτό αποτελεί από μόνο του ένα σχόλιο πάνω στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο ανθρώπινος νους, όταν επιχειρεί να ωραιοποιήσει ή ακόμα και να διαψεύσει το παρελθόν, πολλώ δε μάλλον όταν τα γεγονότα κρίνονται ιδιαιτέρως οδυνηρά για το άτομο που τα αφηγείται.
Για όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο, η ταινία δεν έχει να προσθέσει κάτι καινούργιο και η αλήθεια είναι πως μοιάζει να απευθύνεται περισσότερο στο αναγνωστικό κοινό του συγγραφέα, παρά σε κάποιον θεατή που βρίσκεται έξω από το λογοτεχνικό σύμπαν του Ισιγκούρο. Αυτό γιατί ο Ισικάβα μοιάζει αρκετά επιγραμματικός στην παράθεση της πλοκής που προφανέστατα οδηγεί σε μια κάποια κορύφωση, ο δρόμος όμως μέχρι εκείνη την τελική στιγμή είναι μακρύς και αρκετές φορές γεμάτος διαλόγους ήσσονος σημασίας.
Δεν έχουν όλοι οι χαρακτήρες το δραματικό «χτίσιμο» που κινηματογραφικά θα ταίριαζε σε ένα τέτοιο ανάγνωσμα, με αποτέλεσμα η ταινία να κουράζει ανά στιγμές, αφού έχεις την αίσθηση πως δεν συμβαίνει τίποτα απολύτως. Από την άλλη η κάπως εξεζητημένα «γυαλιστερή» σκηνοθεσία των σκηνών που διαδραματίζονται στο παρελθόν – μεγάλο μέρος των οποίων έχει πραγματοποιηθεί σε στούντιο – δημιουργεί μια οπτική αμηχανία που βαθαίνει ακόμα πιο πολύ όταν επιστρέφουμε στον μουντό ρεαλισμό του παρόντος της ταινίας.
Το σεναριακό ξάφνιασμα προς το τέλος έρχεται κάπως βεβιασμένα και όχι τόσο ξεκάθαρα, με αποτέλεσμα να επικρατεί μια μικρή, αποκαλυπτική σύγχυση του τύπου «τι έγινε τώρα;», η οποία όμως δεν έχει ιδιαίτερο αντίκτυπο σε όλα όσα έχουν προηγηθεί, μην επιτρέποντας στη στιγμή να ξεχωρίσει όπως της πρέπει.
Δύσκολη δουλειά η τελεσφόρα μεταφορά ενός βιβλίου του Ισιγκούρο στη μεγάλη οθόνη και η «Αχνή Θέα των Λόφων» είναι μια ταινία που αποδεικνύει ακριβώς αυτό.







