Η Ταξιδιώτισσα
A Traveller's Needs

Τρίτη και φαρμακερή για τον Χονγκ Σανγκ-σου και την Ιζαμπέλ Ιπέρ, που βρίσκουν τη χρυσή τομή στο πολιτισμικό κενό μεταξύ τους παραδίδοντας μία ευφάνταστη κωμωδία των τρόπων και την μάλλον καλύτερη συνεργασία τους μέχρι σήμερα.
Αν ο κινηματογράφος είναι τέχνη ο Χονγκ Σανγκ-σου είναι η καλύτερη απόδειξη που διαθέτει το μέσο σήμερα. Με το να εμμένει στον τρόπο και την μέθοδό του, διευρύνει τον ορίζοντα της προσωπικής του διαδρομής. Μιας διαδρομής που τον οδηγεί νομοτελειακά προς μια κατεύθυνση εκ διαμέτρου αντίθετη με όσα καθιστούν πετυχημένη μια καλλιτεχνική απόπειρα στο σινεμά που μας ταΐζει το κύκλωμα διανομής. Κι ένας ορίζοντας που του επιτρέπει πλέον να κοιτά πιο βαθιά, προς έναν αγνό κινηματογράφο.
Είναι πολύ διαφορετικό να προσπαθεί κανείς να πείσει τα κινηματογραφικά καλούπια να πουν κάτι, με το να ξέρει ακριβώς τί θέλει να πει καθώς εκμεταλλεύεται τα εκφραστικά μέσα του σινεμά για να το αρθρώσει. Ειδικά δε αν αυτά ανήκουν αποκλειστικά στο σινεμά, έναν χώρο που αντίθετα με τις περισσότερες παραστατικές τέχνες προσφέρεται για να ανθίσει το τυχαίο. Προτού καταλήξουμε σε ένα ακόμη αχρείαστο appreciation post για τον αγαπημένο των Φεστιβάλ Χονγκ Σανγκ-σου, να πω πως εξαρχής δεν καλοέβλεπα την ιδέα της συνεργασίας του με την Ιπέρ. Κυρίως γιατί στο δρόμο για το αγνό σινεμά που βάλαμε πριν λίγο το σκηνοθέτη, η συγκεκριμένη ηθοποιός μοιάζει με μια φορετή, τεχνητή παρέμβαση (το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για ορισμένες απ' τις πρωταγωνίστριες της πιο γόνιμης περιόδου του). Κι όντως στην «Ταξιδιώτισσα» ο φακός τη βλέπει σαν ένα εξωτικό στοιχείο, σαν μια αιθέρια κι εκκεντρική παρουσία που υποδύεται τη δασκάλα γαλλικών ενώ προσπαθεί να προκαλέσει και να απομυζήσει κάτι ποιητικό, κάτι σημαίνον ή συναισθηματικό από του μαθητές της.
Αυτή τη φορά όμως το πολιτισμικό φορτίο απ' το οποίο προκύπτει το «αφύσικο» στην παρουσία της Ιπέρ, μετουσιώνεται αποτελεσματικά σε κομμάτι της διαλεκτικής. Μαζί με το makgeolli (ένα γαλακτερό αλκοολούχο ποτό το οποίο μόνο στην Κορέα μπορείς να το πιεις φρέσκο) γίνεται η αφετηρία για μια σύγχρονη «κωμωδία των τρόπων» που υπερκερνά το γλωσσικό εμπόδιο για να αποκαλύψει τα λοξά μιας καθόλα τακτοποιημένης κοινωνίας, που ότι θεωρεί σημαντικό το γράφει σε πέτρα.
Τα τρία παραπάνω στοιχεία (γλώσσα, πέτρα, makgeolli) είναι μόνο η εισαγωγή μας σε έναν κόσμο ιδεών που κλιμακώνει την προσωρινή δυσφορία σε υπαρξιακό κενό, μέσα απ' την απόλυτη απλότητα ενός σινεμά αποψιλωμένου από τα καλολογικά του στοιχεία. Και τα οποία για να επανέλθουμε στο ζητούμενο οι περισσότεροι έχουν μάθει να παρερμηνεύουν σαν τέχνη. Ο Χονγκ Σανγκ-σου δεν έχει ανάγκη καλλιτεχνικά δάνεια απ' τη μουσική, το θέατρο ή τη ζωγραφική για να μείνουμε στα πιο προφανή. Αντιθέτως παρουσιάζει στο πανί κάτι που πηγάζει από τα απλούστερα των εκφραστικών και τεχνικών μέσων του κινηματογράφου, θέτοντάς το στην υπηρεσία μιας αβυσσαλέα ανθρώπινης ματιάς. Η «Ταξιδιώτισσα» καταλήγει ένα πολυεπίπεδο, ελαφρώς αινιγματικό, ελαφρότερα χιουμοριστικό και σφόδρα διεισδυτικό σχόλιο για την επικοινωνία, που απλώνει τις αρετές του σε ελλείψεις. Όσοι βρουν το κουράγιο να γεμίσουν τα κενά, ίσως ανταμειφθούν με μία από τις καλύτερες (μέχρι στιγμής) ταινίες της χρονιάς.