Μετά τον Γιανγκ
After Yang

Κάπου ανάμεσα στο «Α.Ι.» και την «Μπλε Ταινία», ο Κογκονάντα καταθέτει μία τρυφερή ελεγεία για την ανθρωπιά της επιστημονικής φαντασίας με υψηλή αισθητική και έναν εξαιρετικά «προγραμματισμένο» Κόλιν Φάρελ.
Σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον, η οικογένεια των Τζέικ (Κόλιν Φάρελ) και Κίρα (Τζόντι Τέρνερ-Σμιθ) έχει αγοράσει ένα «τεκνο-σάπιενς» ως μπέιμπι-σίτερ για την μικρή, υιοθετημένη κόρη τους Μίκα (Μαλέα Εμμα Τζαντραγουιτζάζα). Με τον καιρό, το εξελιγμένο ρομπότ τεχνητης νοημοσύνης με το όνομα Γιανγκ (Τζάστιν Μιν) γίνεται αναπόσπαστο μέλος της οικογένειας, αλλά κάποια στιγμή το πολύτιμο ανδροειδές «σπάει». Ο Τζέικ θα αναζητήσει τρόπους για να το επισκευάσει, αλλά η απουσία του θα επαναπροσδιορίσει την σχέση των μελών της οικογένειας. Υπάρχει ζωή μετά τον Γιανγκ;
Ο Νοτιοκορεάτης Κογκονάντα, ένας από τους διασημότερους, σύγχρονους βιντεο-δοκιμιογράφους, διασκευάζει το διήγημα «Saying Goodbye to Yang» του Αλεξάντερ Γουάινσταϊν και επιστρέφει την κινηματογραφική διαλεκτική της επιστημονικής φαντασίας σε ένα θεμελιώδες ερώτημα, αυτό που έχει διατυπώσει ρητά ο Φίλιπ Κ. Ντικ ως «ονειρεύονται τα ανδροειδή ηλεκτρικά πρόβατα;». Τοποθετημένο σε έναν κόσμο μοντέρνας αρχιτεκτονικής που δεν οπτικοποιεί την μελλοντολογική επιστημονική φαντασία με όρους ψυχρού εντυπωσιασμού, αλλά με μία οικεία και οργανική υπενθύμιση στο σήμερα, ο Κογκονάντα δημιουργεί μέσα από την πρασινοκίτρινη φωτογραφία του Μπέντζαμιν Λόουμπ («Mandy», «Τα Θραύσματα μιας Γυναίκας») μία ρετρό εικόνα ουσιώδους λιτότητας. Τέσσερα χρόνια μετά το φιλόδοξο ντεμπούτο του «Κολόμπους», επιστρέφει για να διηγηθεί μία ιστορία για την εξάρτησή μας από την τεχνολογία, αλλά (κυρίως) για να στοχαστεί με χαρακτηριστική καλαισθησία μία νωχελική ελεγεία για την απώλεια και το πένθος.
Ο Κογκονάντα διαβάζει ανάμεσα στις γραμμές του δυαδικού συστήματος και «φυσικά» βρίσκει την αγάπη και την ενσυναίσθηση ως στοιχεία ανθρωπιάς
Η εμμονική προσπάθεια του πατέρα-Τζέικ (Κόλιν Φάρελ) να φτιάξει/θεραπεύσει τον Γιανγκ, αποκαλύπτει τις αναμνήσεις του ανδροειδούς, ένα «μαύρο κουτί» που θα τον πλοηγήσει στη συνέχεια σε όλα όσα ο Γιανγκ συγκρατούσε ως αξιόλογες, μεστές πληροφορίες για το τι είναι ζωή. Κι εδώ η ταινία κοινολογεί το μυστικό και το μυστήριο της ύπαρξης αναπτύσσοντας έναν ονειρικό διάλογο με τον θεατή για θέματα καταγωγής και πατρότητας, αγάπης και ιδιοκτησίας, φύσης και τεχνολογίας. Τα φλας μπακ στις αναμνήσεις του Γιανγκ προσφέρουν στον Τζακ μία εμπειρία εμβύθινσης στο μυαλό (και τελικά στην καρδιά) ενός «ανθρώπου» που έχει χάσει. Στην διαδρομή αυτής της ανάμνησης θα συνειδητοποιεί πως έχει χαθεί και ο ίδιος.
Ο φυσιολάτρης Κογκονάντα, ο θιασώτης του Όζου και λάτρης των Μάλικ, Μπέργκμαν και Μπρεσόν, επικοινωνεί τις ιδέες του με ζηλευτή οπτική συμπύκνωση. Ο κόσμος του ισορροπεί ανάμεσα στο τεχνολογικό θαύμα και την φυσική παρουσία, στο νέο και στο παλιό. Προσφέρει διακριτικά πληροφορίες για το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της ιστορίας, τοποθετεί στο επίκεντρο ένα διαφυλετικό ζευγάρι με ασιατικό μέλλον, καδράρει τους ηθοποιούς του μπροστά από ανοιχτούς χώρους και τζάμια που δίνουν ανάσες στην κλειστοφοβική εικόνα και τελικά καταθέτει ένα μωσαϊκό εικόνων/συναισθημάτων, με την απαιτούμενη ηρεμία της περισυλλογής. Σημαντικοί παράγοντες τόσο η ζεν άρθρωση του λόγου, όσο και το εξαιρετικό σάουντρακ των Ρουίτσι Σακαμότο, Άσκα Ματσουμίγια. Ο Κόλιν Φάρελ, πλήρως συντονισμένος στην καλλιτεχνική στροφή που έχουν επιδείξει οι συνεργασίες του με τον Γιώργο Λάνθιμο, κουβαλά την μύχια μελαγχολία του Τζέικ και επικοινωνεί με άνεση την ψυχολογική ταραχή του χαρακτήρα, χωρίς όμως να βαραίνει διόλου την ταινία.
Το «Μετά τον Γιανγκ» εμπνέεται από την υπαρξιακή αγωνία των «Blade Runner», «Α.Ι.» και συναντά την ανθρωπιά της «Μπλε Ταινίας», σε μία ονειρική κινηματογραφική δημιουργία για την εύθραυστη ποιότητα της ζωής και όλα όσα μας ενώνουν οργανικά. Η διασύνδεση με την φύση, η επικοινωνία με τους ανθρώπους, η χρήση της τεχνολογίας, η διαχείριση των συναισθημάτων, είναι όλα όσα γεμίζουν των ζωτικό μας χώρο και συναποτελούν έναν ανθρώπινο «σκληρό δίσκο». Ο Κογκονάντα διαβάζει ανάμεσα στις γραμμές του δυαδικού συστήματος και «φυσικά» βρίσκει την αγάπη και την ενσυναίσθηση ως στοιχεία ανθρωπιάς. Αυτά που κανένας δεν μπορεί να στα προγραμματίσει.