Ψυχάκιας
Borderline

Ένας διαταραγμένος stalker (πλεονασμός, ναι) πολιορκεί μια ποπ σταρ την οποία και επιχειρεί να νυμφευθεί. Υβριδικό, αν και ορεξάτο, κωμικό θρίλερ ντεμπούτο του Τζίμι Γουόρντεν («Cocaine Bear»).
Πίσω στην δεκαετία του ’80 είχαμε το (συχνά αμφίβολο) προνόμιο να παρακολουθούμε ένα Χόλιγουντ που, τεκμηριώνοντας την ευμάρειά του, μπορούσε να επιτρέπει σε κάποιες χτυπητά offbeat δημιουργίες να βλέπουν το ασημένιο φως της σκοτεινής αίθουσας. Άλλοτε θα είχαν το (διόλου αμφίβολο) προνόμιο μιας υπογραφής (αναφορικά: «The King of Comedy» – Μάρτιν Σκορσέζε, «Into the Night» – Τζον Λάντις, «Repo Man» - Άλεξ Κοξ, «Something Wild» – Τζόναθαν Ντέμι), άλλοτε θα ήταν δικαιολογημένα ανώνυμες. Οι ενδιαφέρουσες ήταν ταινίες περιθωριακών χαρακτήρων, πειραγμένου χιούμορ, μιας υγιέστατης διαστροφής και σχεδόν ποτέ ελεύθερες κάμποσης βίας που ολοκλήρωνε μια συνταγή η οποία στο ελαφρύ της αποτύπωμα κρατούσε ζωντανή μια σχέση με το αντι-ηρωικό, πλήρως «περιθωριακό» ’70, το οποίο βέβαια άρδην τα τρομαγμένα στούντιο είχαν εγκαταλείψει. Ήταν ένα σινεμά κάτω από το ραντάρ, που δεν έκοβε εισιτήρια στις αίθουσες, εκκόλαπτε όμως καριέρες και δούλευε σαν τρελό στα βιντεοκλάμπ ανατρέφοντας επόμενες γενιές. Υπό αυτή την έννοια είχε ζωή και μέλλον. Στην δεκαετία του ’90, με την έλευση ενός κάποιου Κουέντιν Ταραντίνο, «η ζωή» αυτή βρήκε την πιο χάρτινη, την πιο βίαιη και την πιο αγρίως σινεφίλ-hyped πλευρά της. Έγινε της μόδας και ως τέτοια βρήκε αμέτρητους μιμητές, εκ των οποίων κάμποσοι ακόμα γυρίζουν ταινίες – συνήθως της τέχνης (αλλά όχι της βιομηχανίας) που τους ταΐζει.
Ο Τζίμι Γουόρντεν βαστάει από την εποχή εκείνη. Τοποθετεί και το έργο στα ‘90ς, να μην υπάρχει αμφιβολία, να μην έχει και τον πληκτικό νταλκά να βάζει σημερινές πραγματολογικές ταλαιπωρίες μέσα στο έργο (κυρίως με την τεχνολογία σχετιζόμενες). Η ταινία είναι συμπαθής γιατί απολαμβάνει τις στοιχειοθετημένες σκηνές της, την μονταζική (sic) τους σχεδίαση (με άλλα λόγια δεν σκοτώνεται με τρία πλάνα το δευτερόλεπτο) και το στοιχειώδες ντεκουπάζ, καθώς και μια υπόθεση που βέβαια αντλεί σύλληψη και ατμόσφαιρα σκηνών από το «King of Comedy» (μακράν και επισήμως η ταινία του Σκορσέζε που αντέχει καλύτερα στον χρόνο) και οποιοδήποτε stalker/slasher σας έρθει πρώτο. Ατυχώς, έχει και έναν σαδισμό στον οποίον ο Σκορσέζε δεν εξέπεσε, σχεδόν, ποτέ. Βέβαια, σε σχέση με σημερινούς κτηνώδεις που δουλεύουν ανενόχλητοι, είναι σαν καρτούν της Warner από την δεκαετία του ’50.
Χάρισμά της επίσης ο Ρέι Νίκολσον, ο γιος Τζακ και μάλλον ο σικέ καλύτερος σωσίας της «τρέλας» του, ο οποίος έχει αρκετό εύρος να μην παγιδεύεται στην μίμηση (αν και είναι αδύνατον να τον βλέπεις χωρίς σκέφτεσαι τον μπαμπά), έχει μια αβανταδόρικη σκηνή στους τίτλους τέλους και μια σειρά όψεων μέσα στο έργο που το υποστυλώνουν. Όχι αντίστοιχα καλή η Σαμάρα Γουίβινγκ. Όπως και στα ‘90ς, ερμηνευτικά μιλώντας, θα ήθελες περισσότερο μια a Τζένιφερ Κόνελι, παρά μια b Ντενίζ Ρίτσαρντς. Δεν είναι μαύρη τρύπα, είναι και σύζυγος Γουόρντεν, δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι επ’ αυτού.
Καλό και κακό, αναλόγως της μεριάς του φράχτη που κάθεται κανείς, καθώς δεν είμαστε στα ανέφελα ‘80ς και τα δωρεάν προβοκατόρικα ‘90ς, είναι ότι η ταινία έχει ένα θέμα (την ψυχική ασθένεια – παρεμπιπτόντως λίαν προβληματικός ο ελληνικός τίτλος στην υιοθεσία της καθομιλουμένης) και μια σκηνή (έναν…ιδιόμορφο γάμο) που μπορεί να λακτίσουν τις woke δυνάμεις του χολιγουντιανού σύμπαντος στα αχαμνά – woke εννοώντας ότι πλέον δεν χρειάζεται μόνο ευαισθησία αλλά και ει δυνατόν αποφυγή θεμάτων/παρουσιάσεων που προσβάλλουν. Προσωπικά δεν βρήκα προσβολή πουθενά, κατανοώ ωστόσο την ευαισθησία και επισημαίνω. Επ’ ουδενί βέβαια δεν θα συναντήσει κανείς πρυτανεία του καλού γούστου.
Αν υπάρχει ένα πρόβλημα, που υπάρχει, είναι ότι το έργο έχει θεματική ευρύτητα ψιλής φακής και υπόστρωμα ράντζου ελληνικού νοσοκομείου. Πέρα από το κινηματογραφικά ανεκδοτολογικό, που επιτυγχάνεται πράγματι σε σκηνές, ιδίως στο πρώτο, σκωπτικό, ξύπνιο και δηλητηριωδώς ευχάριστο μισό, δεν υπάρχει ένα δια ταύτα. Όχι για να γεννήσει συζητήσεις, αυτές μένουν αποφασιστικά εκτός αίθουσας, αλλά για να φορτωθεί ένα παραπάνω περιεχόμενο που θα υποστηρίξει και τις σκηνές, θα φορτίσει και τους χαρακτήρες. Όλοι τους, ακόμα κι αυτός του Νίκολσον, γεννήθηκαν με την ταινία και μαζί της θα χαθούν για πάντα από τα κιτάπια του σινεμά και της μνήμης μας.