Η Έμπιστη
Confidente
Στην Άγκυρα του 1999, μια μόνη γυναίκα εργάζεται σε ροζ γραμμές για να μεγαλώσει το παιδί της. Όταν όμως ένας καταστροφικός σεισμός λάβει χώρα, θα βρεθεί ανάμεσα σε δύο ιστορίες, μια διάσωσης και μια πολιτικής έρευνας, τελικά παλεύοντας δια τηλεφώνου για τη ζωή της. Με τρεις πλοκές σε κλειστό χώρο και 76 λεπτά διάρκεια, χρειάζεται παρέβαση Αλλάχ για να περισωθεί μια ταινία.
Από τη μια, η ψίχα της πατριαρχικής βίας και της κριτικής της, ένα θέμα που -δικαίως- ξεκλειδώνει πόρτες και χρηματοδοτήσεις, κι από την άλλη η αισθητική σύμβαση της «ταινίας δωματίου», με (πάνω-κάτω) αριστοτελική ενότητα δράσης, χώρου και χρόνου, είναι ένα κοκτέιλ που θα μπορούσε να δώσει σινεφίλ αλκοολούχο κλάσεως. Αρκεί να συγκρατηθεί μια σχεδόν φυσική τάση των δημιουργών να ανεγείρουν σύμπαντα πλοκής που υπό κανονικές συνθήκες και μια δίωρη ταινία θα δυσκολευόταν να φέρει βόλτα. Γιατί το κάνουν; Μα είναι εύλογο. Κοστίζει λίγο μια ταινία δωματίου με κολλημένη την κάμερα στο πρόσωπο, και δεν θα βρεθεί άνθρωπος να επιτεθεί σε ένα έργο που λέει σωστά πράγματα με σινεφίλ μαεστρία.
Όμως, στα παλιότερα βιβλία, ποτέ δεν θα μπορούσε μια ταινία να θεωρηθεί καλή επειδή λέει τα σωστά πράγματα. Πρέπει πρώτιστα να διαθέτει την μαεστρία.
Ως ένα πρώτο επιχείρημα θα παρέθετα το ότι χρονικά είναι αδύνατον σε τόσο σύντομο χρόνο να αφηγηθείς μια τόσο περίπλοκη ιστορία. Ακόμα και το Locke, μια ας πούμε κατά κοινή παραδοχή καλή ταινία, έχει 10 παραπάνω λεπτά και μια πολύ απλούστερη πλοκή να περιγράψει. Τελικά έχει και μια πολύ πιο λεπτή ψυχολογικά αφήγηση. Οι 12 Ένορκοι, μια τέλεια ταινία, χρειάζονται 20 λεπτά παραπάνω, με μια επίσης κατά πολύ πιο εστιασμένη υπόθεση. Εδώ μπορεί ακόμα και να μπερδευτείς με τα ονόματα, τις πλαστοπροσωπίες, τα twist. Από τη μια είσαι 500 χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη, εν μέσω φονικού σεισμού, και θες να σώσεις ένα παιδί στα χαλάσματα δια τηλεφώνου (κάπου εδώ έπρεπε να έχει παυθεί το σχέδιο) κι από την άλλη πέφτεις πάνω σε μια έρευνα για έναν γκάνγκστερ που διεξάγει ο γενικός εισαγγελέας, η οποία μάλιστα περιείχε τις ροζ γραμμές που απαντάς. Αίτημα ελέους δεν έγινε δεκτό. Σα να μην έφτανε αυτό, βρίσκεται και χρόνος για έναν μονόλογο στον οποίον η διδακτικότητα είναι γυρισμένη στο έντεκα. Ακόμα και τα πιο σωστά πράγματα να έχεις να πεις, στην Τέχνη πάντα πρέπει να παλέψεις να βρεις έναν τρόπο να το κάνεις. Σινεμά είναι, όχι διάλεξη.
Ως ένα δεύτερο, γενικότερο και ίσως σημαντικότερο, θα έλεγα ότι αυτά τα έργα, καθώς ακτινοβολούν φιλοδοξία περισσότερο κι από ομόλογά τους με συμβατικότερα περιβάλλοντα, έχουν την πρόσθετη επιβάρυνση να φτιάξουν μια αρραγή ιστορία να πουν, διανθισμένη με ποιοτικό διάλογο και, γιατί όχι, μια σύλληψη/έμπνευση μέσα τους. Δεν λέω ότι θα κάτσει ο καθείς κι η καθεμιά και θα βγάλουν το Rope, το Ποιος Φοβάται την Βιρτζίνια Γουλφ και το Coherence. Ούτε ότι θα έχει τα μέσα, παρά την ασκητική φύση της επιλογής, να βγάλει το Die Hard. Ούτε ότι θα έχει το βάρος του Sunset Limited. Mα ούτε και την ερμηνευτική βιρτουζιτέ του Glengarry Glenn Ross. Δεν είναι χαμηλή η βαθμολογία (μόνο) γιατί η δουλειά των Ζιοβανέτι και Ζεντσιρτσί δεν έπιασε τις καλύτερες αυτού του αισθητικού υπό-είδους. Είναι γιατί καθαυτή αποτελεί μια συρραφή συμπτώσεων (βολικός μα ποτέ καλός σύμβουλος), υπανάπτυκτων χαρακτήρων, επιτηδευμένης κατασκευής, ανύπαρκτης σκηνογραφίας, τρομακτικά περιορισμένου κάδρου (ας μην τα βαφτίζουμε όλα εξυπηρετικά μιας ατμόσφαιρας), αφανούς στυλ και τεντωμένων, ήδη προκάτ, σεναριακών στροφών ώστε να εξυπηρετηθεί και η διάλεξη.
Στα λοιπά, όχι ευκαταφρόνητα, η ερμηνεία της Σααντέτ Ακσόι είναι πράγματι ανθεκτική στο εξαιρετικό βάρος της κατασκευής μιας ταινίας που στο 95% του χρόνου της χρειάζεται περίπου αποκλειστικά την όψη και την ομιλία της. Να είμαι πιο επικεικής για χάρη της; Να είμαι.






