Κραυγές
Cries
«Τρεις γυναίκες περνάνε τις μέρες τους μέσα σε μια ανία που τις παραλύει. Η ηρεμία είναι το σημάδι μιας κοινωνικά επιβεβλημένης συναισθηματικής αναπηρίας, ενώ η εποχή επιτάσσει ανησυχία και ξεσηκωμό. Η Άγρια Φύση γίνεται σύμμαχος στο ξέσπασμά τους και τόπος απελευθέρωσης των ενστίκτων τους. Ένας γάμος θα γίνει αφορμή να έρθουν σε σύγκρουση με το κοινωνικά αποδεκτό.» Συμμετοχή στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης και στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ Πρωτοποριακού Κινηματογράφου της Αθήνας.
Ένας φίλος του πειραματικού – ή πειραματικότερου – κινηματογράφου θα ήταν «ασφαλής» γύρω από έναν ορισμό του ως έναν θρίαμβο της έκφρασης, της φαντασίας, του ποιητικού συνειρμού, της ελευθερίας, αλλά και της όασης ιδεών, εικόνων, εν γένει εκφραστικών στοιχείων, τις οποίες συνεισφέρει στο οικοσύστημα, αποφεύγοντας έτσι κατηγορίες καλλιτεχνικού εγωκεντρισμού, ή ίσως και ελιτισμού αφού απευθυνόμενο είτε σε ομοτέχνους ή σε έχοντες δυνατότητα και εργαλεία αποκωδικοποίησής του. Βέβαια, ένας δημιουργός του σινεμά αυτού, ίσως και με όλο του το δίκιο, θα έλεγε ότι η αποκωδικοποίηση είναι μια υβριδική, «κατασκευασμένη» έννοια, κυρίως επιβεβλημένη από την κριτική του αφηγηματικού κινηματογράφου, έτσι προσκολλημένη καθώς είναι με την ερμηνεία.
Εντούτοις, αν δεν ενδιαφέρεσαι να καταλάβεις τι βλέπεις, ώστε να το νοηματοδοτήσεις κατά τις ικανότητες και το εύρος σου, αν δηλαδή αντιμετωπίσεις περισσότερο την κινηματογραφική ταινία όπως το μουσικό έργο ο μέσος άνθρωπος (γιατί ο μη μέσος, δίχως να χάνει την δυνατότητα της απόλαυσης, αποκωδικοποιεί), τότε θα βρεθείς στην ίσως αμήχανη κατάσταση καταπίεσης στην ενστικτώδη τάση σου να βλέπεις και να ακούς το γνώριμο και να το αποποιείσαι. Προσωπικά δεν είμαι θαμώνας της λογικής αυτής, εκτιμώ διότι δεν έχω την δυνατότητα (ούτε την κλίση) να βλέπω εικόνες, φυσιογνωμίες και να ακούω ήχους και λόγια αποκλείοντάς τα από το κινηματογραφικό οικοσύστημα. Το σινεμά, στα κιτάπια μου, είναι η τέχνη της αποπλάνησης, του φλερτ, ενός/μιας δημιουργού προς ένα δυνητικό κοινό (κι ας είναι ολιγάριθμο) με σκοπό την αυτόματη συναίσθηση, κατανόηση και «συνομιλία» (του τύπου ο δημιουργός μιλά κι ο θεατής ακούει δημιουργικά) επί των όσων ένα έργο πραγματεύεται.
...μια σκυταλοδρομία βωβών (μα όχι άηχων) σεκάνς που μοιάζουν έντονα με θεατρικά γυμνάσματα
Αυτό με άλλα λόγια σημαίνει ότι το λεγόμενο πειραματικό, αντιαφηγηματικού τύπου σινεμά, ειδικότερα δε εκείνο που κινείται σε ποιητικότερα μονοπάτια (δεν διέπεται δηλαδή από την γκονταρική μετωπική σαφήνεια), είναι στοίχημα. Αν συντονιστούμε κάτι γίνεται. Αν όχι, εσύ (ο δημιουργός) θα περιπλανιέσαι με βεβαιότητα στις συνθέσεις σου, κι εγώ (ο θεατής) θα αποφασίσω ή ότι ενδιαφέρομαι να καταλάβω τι συμβαίνει ενώπιόν μου (αφού συναισθηματικά δεν τα κατάφερα) ή όχι.
Στην ταινία του κ. Σεβαστίκογλου ουδέν ουσιώδες κατάφερα. Έκανα το ελεεινό λάθος να σκεφτώ στην πρώτη σκηνή την «Αποστροφή» του Πολάνσκι, είχα εξαρχής λόγω τίτλου αναλογιστεί το «Κραυγές και Ψίθυροι» του Μπέργκμαν, μετά σε μια σκηνή με έναν κορμό δέντρου σκεφτόμουν τον Γουόνγκ Καρ-βάι διπλανά με την «Μπλε» Ταινία του Κισλόφσκι και κάπου προς τη μέση το «Picnic At Hanging Rock», προτού μονολογήσω ότι δεν της κάνω καλό της ταινίας με τις σκέψεις αυτές κι εγκαταλείψω. Παραδόξως, πάντα στην ευθεία γραμμή (του πεθαμένου) που αμετανόητος ψάχνει για νόημα, όλες αυτές οι θλιβερά αφηγηματικές ταινίες δεν είναι καθόλου άσχετες με τις «Κραυγές». Είναι βέβαια όλες, με απέραντη σκληρότητα, πολύ συναρπαστικότερες. Δεν τολμώ να πω «καλύτερες» γιατί δεν στοχεύουν στην ίδια διαδικασία, ούτε στο ίδιο κοινό.
Ωστόσο, ο…τολμών πάντοτε νικά, ακόμα κι όταν όλα γύρω του λένε ότι έχασε. Μέσα από μια (στα μάτια μου) εκτενέστατη θεατρικότητα και μια σκυταλοδρομία βωβών (μα όχι άηχων) σεκάνς που μοιάζουν έντονα με θεατρικά γυμνάσματα, ο κ. Σεβαστίκογλου κορυφώνει σε μια σκηνή Γάμου, όπου το εξωπολιτισμικό φυσικό εισβάλει σεξουαλικότατα απελευθερωμένα (εντάξει, όχι εντελώς) στο νεκρωμένο-κατεστημένο-θεσμοθετημένο, το διαπερνά καταλυτικά, για να φτάσουμε σε μια δασώδη coda δρυάδων, νεράιδων και ερωτικής ανθρωποφαγίας, όπου και καταφέρνεις (ανεκτά για πεθαμένος) μια διπλή ευχαρίστηση τόσο για την εξέλιξη, όσο και για το ότι η σεκάνς αποτελεί τον επίλογο.







