Ντράκουλας
Dracula
Διαβάστε τον τίτλο. Και ξεχάστε τον. Ο Ράντου Ζούντε γυρνά τον ενισχυτή του σαρκασμού, της βλασφήμιας, του (σκόπιμα;) κακού γούστου, της γενικής επίθεσης-σοκ στο (οποιοδήποτε) σύστημα στο…11 και περιμένει από τον θεατή, ίσως και από τους κριτικούς, να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά. Επόμενο παραγωγό θα βρει;
Πρώτα-πρώτα μακάρι να βρει, το ερώτημα δεν τίθεται χαιρέκακα (παρότι μια ταινία τριών ωρών όπως αυτή αντέχει λίγο παραπάνω πείραγμα) αλλά ρητορικά.
Ο Ζούντε σε κάθε του ταινία εφορμά στα μαθημένα, στα κλασικά, στα τετριμμένα, στα (κατ’ αυτόν) κακώς κείμενα φορώντας τις ατσάλινες αρβύλες του τρελού του χωριού -ενίοτε και του λεβέντη δασκαλάκου- που περπατά πάνω στα αβγά της μικροαστικής μας βολής και της καπιταλιστικής μας ραστώνης. Εδώ, στην ίδια χρονιά με το «Kontinental ’25» του, δεν περπατά απλώς, αλλά χοροπηδά μανιασμένος. Αν αυτή είναι δημιουργική μανία ή ψυχολογικός πνιγμός σε μια πνευματική ενέργεια που αδυνατεί πια να διαχειριστεί την εναντίωσή της στην κατάσταση του κόσμου μας, μέλλει να το μάθουμε. Αν όλα πάνε καλά ο Ζούντε θα έχει σύντομα βρει χρηματοδότη (εδώ πάντως τράπηκαν σε φυγή κάμποσοι όσο προχωρούσε η παραγωγή) για ένα από τα μάλλον δεκάδες έτοιμα σενάριά του. Ή, αν το πάρουμε αλλιώς, για έναν παραληρηματικό αυτοσχεδιασμό που μπορεί να βήξει ο Ρουμάνος στην καθισιά του.
...μια εκούσια κακότεχνη, προκλητικά ολομέτωπη, πνευματικά εναργής και μαζί ασυγκράτητα βοθρόστομη πανκ οπτικοακουστική συρραφή
Τι είναι ο «Ντράκουλας»; Ένα σπονδυλωτό ανοσιούργημα με αφορμή τον Κόμη Βλαντ τον Παλουκωτή («πάρτε τ’ αρχίδια μου», από την εισαγωγή του έργου θα καταλάβετε), τον Ρουμάνο Κόμη του 15ου αιώνα, που μεταμορφώθηκε σε ήρωα της Ρομαντικής Λογοτεχνίας τον 19ο κι έκτοτε δεν περνά χρονιά που δεν αναφέρεται πολλάκις σε δαύτον ο καθείς στην ποπ κουλτούρα μας. Ο Ζούντε παίρνει αμπάριζα από εδώ, βλέποντας τον και σαν έκπτωτο ρουμάνικο έμβλημα παγκοσμιοποίησης, και εξαπολύει μύδρους κατά πάντων. Πάνω απ’ όλα η προαναφερθείσα καπιταλιστική ραστώνη. Η Ρουμανία, η ιστορία της, ο διασυρμός της από τους πολιτικάντηδες όλων της των εποχών, η ΕΣΣΔ, ο Τσαουσέσκου, η διάχυτη διαφθορά όλων. Η εμπορευματοποίηση που έχει ρημάξει κάθε έννοια ιστορίας, γεωγραφίας, μνήμης, φυσικά πολιτικής, ευνομίας, Δικαιοσύνης. Ο διασυρμός των ιδεών. Προς αυτές ο Ζούντε είναι πάντοτε σεβαστικός – αν και αυτό δεν μπορεί να είναι χαρακτηρισμός σε κείμενο για τον Ζούντε. Ωστόσο είναι τόσο σεβαστικός που σε συνδυασμό με τον έρωτα που τρέφει για τον εαυτό και το πνεύμα του, συν τον ψυχολογικό πνιγμό που λέγαμε πιο πάνω, καταλήγει να επιδίδεται σε ένα ακατάσχετο name dropping (Μαρξ, Σόπεναουερ, Βίτγκενσταϊν είναι μόνο ελάχιστοι), το οποίο του χρησιμεύει σε ένα δοκιμιακού χαρακτήρα (ας το πούμε) φιλμικό κείμενο, αξιωματικά μπρεχτικό, θυελλώδες και ανοργάνωτο. Που θα πρέπει να αποφασίσεις αν είναι τέτοιο σκόπιμα, ή ο Ζούντε διάγει ταραχώδη περίοδο και δεν δύναται να το οργανώσει στοιχειωδώς για χάρη του θεατή του. Ειδάλλως θέλει απλά να τον πετάξει από τα βράχια μεσοπέλαγα (ή στα βράχια) για να του εντυπώσει την φιλμική εμπειρία που ενεπνεύσθη. Ή σκάρωσε. Ή του κατέβηκε.
Είναι βέβαια η ταινία που κάποιοι θα θελήσουν να χρησιμοποιήσουν ως προμετωπίδα της περσόνας τους (πολλά τα αστεράκια) και άλλοι θα μαυρίσουν στο πόδι ως προσβεβλημένοι – πράγμα καθόλου δύσκολο ιδίως αν είσαι σεμνότυφος (αλλά τι δουλειά έχεις σε τέτοια ταινία), βαθιά θρήσκος (περίπου το ίδιο) ή tifoso του αφηγηματικού σινεμά. Όλοι δικαιολογημένοι. H αλήθεια είναι ότι ο Ζούντε αφήνει ανεξέλεγκτο το μένος του προς αυτά που απεχθάνεται καταλήγοντας σε μια εκούσια κακότεχνη, προκλητικά ολομέτωπη, πνευματικά εναργή και μαζί ασυγκράτητα βοθρόστομη πανκ οπτικοακουστική συρραφή, που ακόμα και αν στο μεσοδιάστημα έχεις γελάσει με την καρδιά σου (ένας ένοχος ο υπογράφων), υπάρχουν ολόκληρα κομμάτια ταινίας που συνιστούν δωρεάν προβοκάτσια και επανάληψη. Στα 170 (!) λεπτά κάτι τέτοιο απειλεί ακόμα και έναν μάστορα του ελιτίστικου ποπουλισμού (ναι, γίνεται) με πλήξη. Όχι την πλήξη του ενός που θεωρεί ότι η ανία του συνιστά λόγο εναντίον ενός έργου. Την πλήξη μιας δημιουργίας που είναι τόσο φανατισμένη και τόσο θερμή ώστε να μην ξεδιαλέγει, να μην φιλτράρει ή, ακόμα χειρότερα, να έχει την επίγνωση ότι η μια φορά δεν ήταν πλήρως αρθρωμένη και χρειάζεται επανάληψη…μητρικά, μαθησιακά.
Για όλ’ αυτά βέβαια ο πληθωρικός Ρουμάνος, έπειτα από μια σωρεία ταινιών μέσα στην ταινία του, ατυχώς (αν και ο ίδιος θα έλεγε «εντγουντικά» σκόπιμα) σε δύσπεπτο ψηφιακό τρίτης διαλογής, έχει την απάντησή του, σιγά μη δεν την είχε, βοηθεία του μεγάλου Ρουμάνου συγγραφέα, Ίον Κρεάνγκα, ο οποίος πληροφορεί συχνά το έργο: «Αν δεν σας άρεσαν αυτά που είπα, πάρτε την πένα σας και πείτε τα καλύτερα. Εγώ έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα.»
Αν το τελευταίο αληθεύει, θα πρέπει να ανησυχήσουμε.







