Η Ορχήστρα του Αδερφού μου
En Fanfare

Όταν ένας καταξιωμένος μαέστρος διεθνούς φήμης μάθει πως πάσχει από λευχαιμία, θα αναζητήσει τον κατάλληλο δότη μυελού των οστών στο πρόσωπο ενός αδελφού που δεν γνώριζε ότι έχει.
Έτσι ξεκινάει η ταινία του Εμανουέλ Κουρκόλ, ο οποίος δεν θέλει να κάνει ένα ακόμη γλυκόπικρο δράμα για την τυχαιότητα της ζωής, επιλέγει όμως να φέρει κοντά τους δυο πρωταγωνιστές αδελφούς μέσω μιας ασθένειας (που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε), προκειμένου μέσα σε λίγα λεπτά να θέσει τις βάσεις τούτης της feelgood ιστορίας που μοιάζει καμωμένη από την πάστα των κλασικών, γαλλικών ταινιών τις οποίες αρχίζουμε να βλέπουμε στην εγχώρια διανομή όταν ο καιρός πάρει να ζεστάνει.
Ο Τιμπό (Λαβέρν) είναι ένας διάσημος διευθυντής ορχήστρας παγκόσμιας απήχησης. Φαινομενικά όλα βαίνουν καλώς για τον ίδιο και την καριέρα του, μέχρι τουλάχιστον τη στιγμή που κατά τη διάρκεια μιας πρόβας καταρρέει. Όταν οι γιατροί τον διαγνώσουν με λευχαιμία, ο Τιμπό θα στραφεί στην αδελφή του για βοήθεια, σύντομα όμως θα μάθει πως όχι μόνο δεν είναι συμβατή δότρια μυελού των οστών, αλλά δεν είναι καν αδελφή του εξ αίματος. Η αναζήτηση συμβατού μοσχεύματος θα τον οδηγήσει στην ανακάλυψη ενός χαμένου αδελφού του Τζίμι (Λοτέν), ο οποίος ζει στην επαρχία όπου εργάζεται σε μια σχολική καντίνα, ενώ τυγχάνει να παίζει και τρομπόνι σε μια φιλαρμονική ορχήστρα της περιοχής. Οι δυο τους θα προσπαθήσουν να καλύψουν τον χαμένο χρόνο, συνειδητοποιώντας πως αυτά που τους ενώνουν ίσως είναι περισσότερα από εκείνα που τους χωρίζουν.
Πρόκειται για ένα παραδοσιακής κοπής φιλμ που διαθέτει μια κάποια γοητεία, κυρίως εξαιτίας των δυο καλών πρωταγωνιστών του, όμως δεν αποτελεί μια κινηματογραφική επιλογή που κάποιος θα διαλέξει στην τύχη, καθότι αφορά ένα πολύ συγκεκριμένο είδος κοινού και κυρίως όσους αρέσκονται στο ψυχαγωγικό, γαλλικό σινεμά που κάπου, κάπως, κάποτε το έχουν ξαναδεί.
Η ταινία εγείρει παράλληλα θέματα κοινωνικοπολιτικής και ταξικής ανισότητας, διατηρώντας μια διακριτική, πολιτική στάση απέναντι στα κακώς κείμενα της σύγχρονης ζωής, μπολιάζοντας την ιστορία της με ένα πικρό χιούμορ αναφορικά με τις δεύτερες ευκαιρίες – οικογενειακές, σχεσιακές και επαγγελματικές – όμως κάπου η πλοκή μοιάζει να επαναλαμβάνεται και να μη «τσουλάει» το ίδιο εύκολα όπως στην αρχή, με αποτέλεσμα να χάνεται το ενδιαφέρον, παρά το τελευταίο μισό όπου η ταινία μοιάζει να ξαναβρίσκει τη δυναμική της.
Το «Η Ορχήστρα του Αδελφού μου» είναι αναμφίβολα ένα φιλμ που λειτουργεί καλύτερα μέσα σε ένα φεστιβαλικό πλαίσιο, δεδομένου μάλιστα πως αποτέλεσε Ταινία Έανρξης του 25ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου. Ενταγμένο μέσα σε αυτή τη συνθήκη σίγουρα ταιριάζει αποτελεσματικότερα στις γαλλικές προτάσεις του φεστιβάλ, εναρμονισμένο πλήρως με μια πιο ανάλαφρη αισθητική που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις ενός κοινού που ξέρει πως θέλει τις γαλλικές του ταινίες.
Αν ανήκετε στους θεατές που εκτιμούν μια όχι και τόσο πρωτότυπη, αλλά καλή δραμεντί για αδελφικές σχέσεις, ορχήστρες και μουσικό ταλέντο, τούτη εδώ η ταινία θα αποτελέσει μια πρώτης τάξεως επιλογή για την έξοδό σας.