Evil Dead Burn
Evil Dead Burn
Ο Σεμπάστιαν Βάνιτσεκ («Infested») φέρνει στη μυθολογία του «Evil Dead» τις επιρροές του από τον Γαλλικό Εξτρεμισμό, λοξοκοιτάζει και προς το σοβαροφανές, ανέμπνευστο ριμέικ του Φέντε Άλβαρεζ, και παραδίδει τη χειρότερη ταινία του franchise μέχρι σήμερα.
Μετά τον θάνατο του συζύγου της, η Άλις (Σουχέιλα Γιακούμπ), μια νεαρή γυναίκα, αναζητά παρηγοριά στους πεθερούς της, στο απομονωμένο οικογενειακό σπίτι τους. Καθώς ένας – ένας μεταμορφώνονται σε Deadites, μετατρέποντας τη συνάντηση σε μια οικογενειακή συγκέντρωση από την Κόλαση, η Άλις ανακαλύπτει ότι οι όρκοι που έδωσε κάποτε συνεχίζουν να ισχύουν, ακόμη και μετά τον θάνατο.
Το «Evil Dead» είναι ένα franchise τρόμου που ξεκίνησε πολύ ταπεινά, χάρη στη δημιουργική τρέλα και την αστείρευτη έμπνευση του 22χρονου Σαμ Ράιμι και των συνεργατών του, οι οποίοι, το 1981, γύρισαν ένα πάμφθηνο b-movie τρόμου με άφθονο gore και κατάμαυρο χιούμορ. Η απρόσμενη επιτυχία που γνώρισε εκείνο το φιλμ έφερε, έξι χρόνια αργότερα, το πρώτο σίκουελ, «Evil Dead II», που στην πραγματικότητα είναι ριμέικ της πρώτης ταινίας με περισσότερους πόρους. Η αρχική τριλογία ολοκληρώθηκε το 1992 από τον Ράιμι με το παλαβιάρικο «Army of Darkness». Το ριμέικ του Φέντε Άλβαρεζ, το 2013, εξακολουθεί να διχάζει, για αυτόν τον θεατή είναι εντελώς αδιάφορο, το franchise όμως επανήλθε δυναμικά τόσο με τη σειρά «Ash Vs. Evil Dead» (2015-2018), όσο και με την ταινία «Evil Dead Rise» (2023) του Λι Κρόνιν, η οποία ήταν αναπάντεχα καλή και ανέστησε (pun intended) το ενδιαφέρον του κοινού για τη μυθολογία.
Κάπου εκεί μπήκε στην εξίσωση το όνομα του Γάλλου, τσεχικής καταγωγής, σκηνοθέτη Σεμπάστιαν Βάνιτσεκ. Με τον Κρόνιν απασχολημένο με τα γυρίσματα του «The Mummy» και ως εκ τούτου περιορισμένο σε ρόλο παραγωγού, ο Ράιμι εντόπισε στο πρόσωπο του σκηνοθέτη που τρία χρόνια πριν μας έδωσε το ενδιαφέρον «Infested», τον άνθρωπο που ήταν άξιος να αναλάβει τα σκηνοθετικά ηνία της επόμενης προσθήκης στο franchise. Για κακή μας τύχη, εκεί που ο Κρόνιν έφερε το προσωπικό του ύφος, όπως έχει διαμορφωθεί από τη διόλου αμελητέα ιρλανδική σχολή του σινεμά τρόμου, λοξοκοιτάζοντας προς το ύφος της αρχικής τριλογίας του Ράιμι, ο Βάνιτσεκ κάνει μια ταινία εγγύτερα σε εκείνη του Άλβαρεζ, ενώ οι δικές του επιρροές αντλούν από το ρεύμα του Γαλλικού Εξτρεμισμού, που ήταν πολύ της μόδας στις αρχές του αιώνα.
Ως εκ τούτου, από το «Evil Dead Burn» απουσιάζει σχεδόν παντελώς το σήμα κατατεθέν μαύρο χιούμορ του franchise. Οι μόνες στιγμές που ο Βάνιτσεκ επιχειρεί να κάνει χιούμορ, προκύπτουν κακώς εννοούμενες καφρίλες. Ο Γάλλος σκηνοθέτης προσπαθεί με κάθε τρόπο να εκβιάσει από το κοινό του το σοκ και την αηδία. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με την πρόκληση φόβου και αηδίας στο σινεμά τρόμου εξ ορισμού, όταν όμως δεν υπάρχει από πίσω ένας απώτερος στόχος και η αηδία γίνεται αυτοσκοπός, τότε ο σκηνοθέτης είναι απλά ένας ανέμπνευστος σαδιστής. Από τον Βάνιτσεκ φαίνεται να λείπει η μαστοριά που διέκρινε τον Ράιμι ακόμα κι όταν δεν είχε επαρκή προϋπολογισμό στη διάθεσή του, αλλά και η έμπνευση που θα τον βοηθούσε να φτιάξει μερικά set-pieces της προκοπης.
Αντ’ αυτών, η ταινία αναλώνεται σε σκηνοθετικά τρικ που έχουμε δει και ξαναδεί σε πλήθος άλλων ταινιών, σε προβλέψιμα και τεμπέλικα jump scares, και σε μια αντίληψη περί σκηνοθετικής υποβολής του τρόμου, σύμφωνα με την οποία όσο πιο δυνατά και έντονα είναι όλα, τόσο πιο τρομακτικά και σοκαριστικά αποτελέσματα φέρνουν. Αυτός ο ασταμάτητος μαξιμαλισμός της σκηνοθεσίας καταντά εξοντωτικός από ένα σημείο και μετά, ειδικά από τη στιγμή που οι χαρακτήρες δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον. Μεγάλο το κρίμα, ειδικά για όσους, μετά το «Evil Dead Rise», προσδοκούσαμε το «Burn» με ένα κάποιο ενδιαφέρον, αλλά και τη δεύτερη ταινία του Σεμπάστιαν Βάνιτσεκ με πίστη στο ταλέντο του που, όπως φαίνεται, υπερεκτιμήσαμε.


_1581_107782010_type12905.jpg)
_1581_107782010_type12863.jpg)



