Έχω Κάτι Να Πω
Eho Kati Na Po

Ένας σκηνοθέτης που αγνοεί την εμπορική, ή την βραβευμένη, επιτυχία, «έχει κάτι να πει» κι επιδίδεται με πάθος στην συγγραφή και την έκδοσή του σε έναν κόσμο που αδιαφορεί (και) για τέτοια εγχειρήματα. Η επιστροφή του Στράτου Τζίτζη τα καταφέρνει. Παρά τις αντιξοότητες.
Έχω δυο τρόπους να τρέξω το κείμενο αυτό και θα χρειαστεί να τους παντρέψω. Ο ένας είναι ο κριτικός εαυτός μου που φωνασκεί γιατί θα βάλω τρία αστεράκια σε μια ταινία που «κινηματογραφικά» δεν τα δικαιούται. Ο άλλος είναι μια μικρή αναφορά στην απόσταση του αυτοβιογραφικού από το αυτοαναφορικό - άλλωστε, να είμαι ειλικρινής, η αρετή του πρώτου ευθύνεται και για την αστρολογική αποτίμηση.
η ταινία περπατά διαρκώς, για την ακρίβεια είναι σχεδόν μοτίβο της, την γραμμή ανάμεσα στην αυτοβιογραφικότητα και την αυτοναφορικότητα
Τι θα πει «κινηματογραφικά δεν τα δικαιούται»; Πρώτα-πρώτα δεν πρόκειται για ένα φληνάφημα, για κανένα από αυτά τα ερείπια σινεμά που βλέπουμε αυξανόμενα ολούθε. Ο Τζίτζης όχι μόνο ξέρει να δομήσει, να ρυθμίσει και να διευθύνει, έχει και μια σύλληψη να υπηρετήσει. Θέλει να κάνει κάτι που πριν από 60 χρόνια θα ήταν μοντέρνο, λίγο αργότερα (καθώς η δημιουργία αναμοχλεύει τον εαυτό της) το είπαμε μετα-μοντέρνο. Δεν είναι πρωτότυπο, ο Τζίτζης πρώτος -θέλω να πιστεύω- θα έλεγε ότι άλλοι (έναν τον αναφέρει κιόλας) το έκαναν μεγαλοπρεπώς και εσαεί (;) επιδραστικά, ζει άλλωστε και σε μια κατασκευαστική ανέχεια επιβεβλημένη από τα «ελληνικά πράγματα», είναι όμως αξιοπρεπές, ανυποχώρητα γραμμένο, ισορροπημένο στο ξαλάφρωμα του δια ταύτα του (ώστε να περάσει ως κομεντί – τα καταφέρνει). Τι δεν είναι; Πραγματικά κωμικό, αξέχαστα πνευματώδες σε ατάκες, παρουσίες και καταστάσεις, με ειδικό βάρος στην σκηνοθεσία, την φωτογραφία, την σκηνογραφία του. Δεν έχει μια διαολιά, μια εφεύρεση και μια κινηματογραφική γοητεία που έχουν ανάλογες ταινίες σκηνοθετών όπως ο Τριφώ, ο Γκοντάρ κι ο Ρομέρ, ο Φελίνι, ο Άλεν και ο Τσιώλης. Από τί συντίθεται αυτή η διαολιά; Από ένα ειδικό μεράκι και στα επί μέρους. Μπορεί να είναι μια ερμηνεία, ένας τύπος, ένα ρεπεράζ, μια σεκάνς, μια μελωδία, ένας ειρμός – στις μεγάλες ταινίες είναι όλα μαζί. Ελαφρυντικό; Όση ιδιοφυία και να έχεις αυτά τα πράγματα πολύ δύσκολα συμβαίνουν σε ενδεείς (όχι τόσο οικονομικών) μέσων και παρελθόντος φιλμογραφίες. Για την δική μας λέω. Που έχει για ένδοξη εποχή της ταινίες που μεγάλοι του θεάτρου σόλαραν επιδέξια –ενίοτε- αριστοτεχνικά κείμενα μπροστά σε ακίνητες κάμερες. Χώρες που έχουν κινηματογραφική δόξα τους…μη σινεμά.
Ωστόσο η ταινία περπατά διαρκώς, για την ακρίβεια είναι σχεδόν μοτίβο της, την γραμμή ανάμεσα στην αυτοβιογραφικότητα και την αυτοναφορικότητα. Διαρκώς πάει κι έρχεται, κάνοντας νεύματα εμφανή στο ότι ο χαρακτήρας του Αντίνοου Αλμπάνη (άνετος, πλήρης) είναι αυτός του Στράτου Τζίτζη. Αν όμως η αυτοναφορικότητα κρύβει πλημμελώς τον ναρκισσισμό (εντάξει, άλλοτε τον διαφημίζει κιόλας), η ταινία όσο δίνει μεταξωτά ντιρέκτ σπουδαιοφάνειας (ή αυτοπεποίθησης), άλλο τόσο δέχεται πέτρινα κροσέ δριμείας αυτοκριτικής - ή εικασίας ετεροκριτικής, να είμαστε ειλικρινείς. Ο ήρωάς μας είναι κάποιος που (μοιάζει να) ξέρει την αποτυχία του στο κεντρικό ρεύμα της καλλιτεχνικής κυκλοφορίας, καίγεται όμως, εν μέσω σκηνοθετούμενης χαμογελαστής απελπισίας, για κάτι που ειλικρινά το αισθάνεται μεγαλύτερο από αυτόν. (Εξού και καταλήγει να γράφει για κάτι μεγαλύτερο από αυτόν, αντί να χάνεται σε βαλτοτόπια ομφαλοσκοπικής ενατένισης αυτών που δεν αλλάζουν.) Η σημασία του να υπηρετείς κάτι ενώ δεν θα απολάβεις για δαύτο υλικά, είναι κάτι που ένας εύψυχος κριτικός κινηματογράφου μπορεί να το καταλάβει εκ των έσω.
Εκεί (αυτό που καταλαβαίνω) ως ταυτότητα της ταινίας με κερδίζει. Γιατί έχει ανθρώπους που δεν είναι κακοήθεις (ακόμα και η σύζυγος η οποία προσωποποιεί την αντικειμενική σκληρή κοινή γνώμη που βλέπει στους διανοούμενους κοινούς χασομέρηδες), αλλά άνθρωποι σαν όλους μας που παλεύουν, που θέλουν να πιάσουν μια καλή, που θέλουν να πιστέψουν σε μια άλλη θεώρηση η οποία μπορεί να μας εκτρέψει από τον εγωκεντρισμό μας, ανθρώπους «που θα κάνουν ένα μπουρδέλο βιβλιοπωλείο». Γιατί δαιμονίζεται, ενδόμυχα ίσως (πόσα μέτωπα να ανοίξεις κιόλας;), με το πώς τα έχουμε φτιάξει έτσι που να έχουμε τέτοιο πάθος με τον εαυτό μας (και το προφίλ μας) που να αδιαφορούμε αν η αποψάρα μας είναι μέρος μια άλλης άποψης του κόσμου (ή βαθαίνει τα ρήγματα – για να κλείσω ένα μάτι στις εκδόσεις του έργου), που να αυτο-οδηγούμαστε σε μια τόσο υλιστική θεώρηση του κόσμου, κυνικά το δίχως άλλο – ώστε οτιδήποτε δεν συνάδει εργαλειακά με την επιτυχία και τα like μας να αποβάλλεται αυτόματα και περιγελαστικά.
Τέλος πάντων, την έγραψα την έκθεσή μου, σαν τον Ρότζερ Γουότερς γελιέμαι κι εγώ ότι ήθελα κάτι περισσότερο να πω, αλλά είναι αυτός ο ρομαντισμός και η καλοσυνάτη φιλοδοξία του να θες να τον περάσεις με ελαφρότητα (αν είναι ποτέ δυνατόν αυτό με τον ρομαντισμό) που με έριξε και κάνω τα στραβά μάτια με τα αστεράκια μου.