Πτώση 2
Fall 2: Deadpoint
Δεν είναι κακή ταινία. Είναι, όμως, μια μάλλον μέτρια ταινία που περιστασιακά θυμάται πώς να γίνει καλή.
Το «Fall» του Σκοτ Μαν υπήρξε μια από εκείνες τις μικρές εκπλήξεις του σινεμά τρόμου που κατάφερε να μετατρέψει μια μάλλον απλή ιδέα σε αποτελεσματικό κινηματογραφικό παιχνίδι με την αγωνία του θεατή. Δύο γυναίκες παγιδευμένες στην κορυφή ενός εγκαταλειμμένου τηλεοπτικού πύργου, χιλιάδες πόδια πάνω από το έδαφος: το premise ήταν τόσο στοιχειώδες όσο και κινηματογραφικά προσοδοφόρο. Η ταινία καταλάβαινε ότι δεν χρειαζόταν πολλά περισσότερα από έναν ακραίο χώρο, δύο χαρακτήρες και την αίσθηση του ιλίγγου για να προκαλέσει σωματική αντίδραση στο κοινό. Το σίκουελ, από την άλλη, έχει το δύσκολο καθήκον να επαναλάβει το ίδιο κόλπο χωρίς απλώς να ανακυκλώσει την πρώτη ταινία. Και παρότι διαθέτει μερικές πραγματικά αποτελεσματικές στιγμές, τελικά αποδεικνύεται περισσότερο μια ανώδυνη σαχλαμαρίτσα παρά μια αναγκαία συνέχεια.
Οι Μάικλ και Πίτερ Σπίριγκ, που αναλαμβάνουν τη σκηνοθεσία, μεταφέρουν τη δράση από τον αμερικανικό πύργο του πρώτου φιλμ στα βουνά της Ταϊλάνδης. Η Τζαξ, που πενθεί τον θάνατο της αδελφής της, ταξιδεύει μαζί με τη φίλη της αδελφής της, Λους, προκειμένου να δοκιμάσουν το διαβόητο plank walk του Όρους Κβαν. Όταν μια κατολίσθηση τις εγκλωβίζει σε μια στενή μεταλλική κατασκευή περίπου 3.000 πόδια πάνω από το έδαφος, η περιπέτεια μετατρέπεται σε αγώνα επιβίωσης.
Είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς ότι η βασική ιδέα λειτουργεί. Όπως και στην πρώτη ταινία, οι δημιουργοί καταλαβαίνουν ότι το ύψος είναι από μόνο του ένας εξαιρετικός «κακός». Η απουσία εδάφους κάτω από τα πόδια των ηρωίδων, η έκθεση στον άνεμο, η αστάθεια της κατασκευής και η σχεδόν απόλυτη αδυναμία διαφυγής δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου ακόμη και μια φαινομενικά ασήμαντη κίνηση μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο. Οι καλύτερες στιγμές του «Deadpoint» βασίζονται ακριβώς σε αυτή την απλότητα: όταν η ταινία αφήνει τις ηρωίδες να παλεύουν με το περιβάλλον αντί να προσπαθεί να φορτώσει κάθε σκηνή με μια νέα ανατροπή, η αγωνία γίνεται απτή.
Σε τεχνικό επίπεδο, άλλωστε, το φιλμ είναι δύσκολο να κατηγορηθεί για προχειρότητα. Η φωτογραφία και τα οπτικά εφέ αξιοποιούν το κατακόρυφο κάδρο και την απόσταση από το έδαφος για να δημιουργήσουν αρκετές στιγμές πραγματικού ιλίγγου. Η ίδια η παραγωγή έχει επενδύσει σημαντικά στην αίσθηση του κινδύνου, στοιχείο που αποτελεί και βασικό κομμάτι της ταυτότητας του franchise.
Το πρόβλημα είναι ότι το φιλμ δεν έχει πολλά να προσθέσει στην ιδέα που έκανε το πρώτο κεφάλαιο αποτελεσματικό. Αλλάζει το σκηνικό, αλλά όχι ουσιαστικά τη δραματουργική μηχανή. Και όταν μια ταινία βασίζεται τόσο έντονα στην επανάληψη μιας συγκεκριμένης σωματικής εμπειρίας, η εξοικείωση του θεατή λειτουργεί εναντίον της. Αυτό που στο πρώτο φιλμ ήταν απροσδόκητο εδώ είναι εξαρχής αναμενόμενο: ξέρουμε ότι οι ηρωίδες θα βρεθούν σε ακραίο ύψος, ξέρουμε ότι η κατασκευή τους είναι επισφαλής και ξέρουμε ότι η ταινία θα αναζητήσει συνεχώς νέους τρόπους για να καταστήσει την κατάσταση ακόμη χειρότερη.
Η επιλογή των Σπίριγκ να συνδέσουν την επιβίωση με το πένθος της Τζαξ είναι, θεωρητικά, σωστή. Η απώλεια της αδελφής της προσφέρει έναν συναισθηματικό άξονα που θα μπορούσε να μετατρέψει το θρίλερ επιβίωσης σε μια ιστορία για την ενοχή, το τραύμα και την ανάγκη για λύτρωση. Η Τζαξ δεν χρειάζεται απλώς να κατέβει από το βουνό· πρέπει να αντιμετωπίσει και τον φόβο που έχει εγκατασταθεί μέσα της.
Στην πράξη, όμως, η ψυχολογική διάσταση δεν αποκτά ποτέ το βάθος που υπόσχεται. Το πένθος λειτουργεί κυρίως ως δραματουργικός μηχανισμός για να αποκτήσει η ηρωίδα ένα προσωπικό διακύβευμα, χωρίς να μετατρέπεται πραγματικά σε οργανικό κομμάτι της αφήγησης. Η ταινία ενδιαφέρεται περισσότερο για το αν οι δύο γυναίκες θα βρουν τρόπο να επιβιώσουν παρά για το τι σημαίνει πραγματικά για τη Τζαξ να αντιμετωπίζει τον θάνατο της αδελφής της μέσα σε ένα περιβάλλον όπου ο θάνατος βρίσκεται κυριολεκτικά κάτω από τα πόδια της.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Χάριετ Σλέιτερ και Αρσέμα Τόμας δεν προσπαθούν. Αντιθέτως, οι δύο ηθοποιοί προσφέρουν στο υλικό περισσότερη ενέργεια και συναίσθημα από όση του αναλογεί. Η Σλέιτερ, ειδικότερα, κατορθώνει να δώσει στη Τζαξ μια εύλογη ευπάθεια, χωρίς να την καταστήσει απλώς άλλη μία ηρωίδα του είδους που μετατρέπεται σταδιακά σε υπεράνθρωπο. Η Τόμας, από την πλευρά της, έχει την απαραίτητη αυτοπεποίθηση για να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην πιο φοβισμένη Τζαξ. Η χημεία τους είναι πειστική, αλλά το σενάριο δεν τους δίνει αρκετά σύνθετους χαρακτήρες για να την αξιοποιήσει πραγματικά.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας: το σενάριο. Οι Σκοτ Μαν και Τζόναθαν Φρανκ κατασκευάζουν μια σειρά από εμπόδια με επαγγελματισμό, αλλά συχνά με τρόπο μηχανικό. Το ένα πρόβλημα διαδέχεται το άλλο, η λύση γεννά ένα καινούργιο πρόβλημα και η κατάσταση γίνεται διαρκώς πιο απελπιστική. Πρόκειται για μια αποτελεσματική φόρμουλα, αλλά και μια εξαιρετικά προβλέψιμη. Όσο περισσότερο η ταινία προσπαθεί να αυξήσει το stakes, τόσο περισσότερο γίνεται εμφανής η κατασκευασμένη φύση της.
Τελικά, το «Fall 2: Deadpoint» είναι ένα σίκουελ που κάνει περίπου αυτό που περιμένεις από αυτό, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Έχει ορισμένες καλές στιγμές και αξιοποιεί αποτελεσματικά τον φόβο του ύψους, ενώ η σκηνοθεσία των Σπίριγκ διατηρεί την απαραίτητη ένταση. Όμως η επανάληψη της συνταγής, η προβλέψιμη δραματουργία και η επιφανειακή αξιοποίηση του συναισθηματικού υλικού το εμποδίζουν να αποκτήσει πραγματική προσωπικότητα. Εκεί όπου το πρώτο φιλμ μετέτρεπε μια απλή ιδέα σε ένα απρόσμενα αποτελεσματικό θρίλερ, το σίκουελ μοιάζει κυρίως με μια μεγαλύτερη δόση του ίδιου πράγματος.






