Η Παρακολούθηση

Following

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

1998
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ην. Βασίλειο, ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κρίστοφερ Νόλαν
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Κρίστοφερ Νόλαν
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Τζέρεμι Θίομπαλντ, Λούσι Ράσελ, Άλεξ Χο
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Κρίστοφερ Νόλαν
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Ντέιβιντ Τζούλιαν
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 70'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Cinobo
    Η Παρακολούθηση

Ένας μπλοκαρισμένος συγγραφέας αρχίζει να παρακολουθεί αγνώστους για να βρει κάποια έμπνευση, μέχρι που κάποια στιγμή μπλέκει και βρίσκει τελικά μοναχά τον μπελά του. H πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν είναι προειδοποιητική, κι εν μέρει αντάξια, της μετέπειτα δουλειάς του.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Είναι μια πολύ ειδική περίπτωση αυτή του Κρίστοφερ Νόλαν. Είναι από τους ελάχιστους στο γήπεδο του σινεμά μεγάλου κοινού που έχει κάνει 100% τις ταινίες που ήθελε, τις έχει γράψει όλες πλην μιας (το Insomnia, για κάποιους η «αδύναμη» στιγμή του) και η αρραγής φήμη που απολαμβάνει, η οποία διαθέτει χαρακτηριστικά θρησκοληψίας, ερείζει αποκλειστικά στο έργο του. Και μόνο υπό αυτές τις συνιστώσες, το να βλέπει κανείς κριτικά το ντεμπούτο του, μια ταινία γυρισμένη με ελάχιστα μέσα, υλοποιημένη χάρη στην ευγένεια των φίλων (αλλά και την άριστα εννοούμενη σκηνοθετική/σεναριογραφική καύλα), είναι μια αμφίσημη διαδικασία. Να το δεις αυτόνομα ή υπό το φως της ένδοξης συνέχειας; Γυρίζοντας το ρολόι 28 χρόνια πίσω, άραγε, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι στο Following υπάρχει εν σπέρματι ο δημιουργός μιας αλυσίδας υπερ-επιτυχιών, ένας καλλιτέχνης που απολαμβάνει την επίζηλη, από κάποιους τουλάχιστον, θέση του αριστοτέχνη τόσο για το κοινό όσο και την πλειοψηφία της Κριτικής, και μάλιστα για ταινίες που εμπνεύστηκε και υλοποίησε «αποκλειστικά» με το μυαλό και το κουράγιο του;

Καθώς έχω το αμφίβολο προνόμιο να «ήμουν εκεί» 28 χρόνια πριν μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι η ταινία δεν ήταν για το κλίμα της εποχής κάτι πολύ παραπάνω από ένα ελπιδοφόρο ντεμπούτο. Λέει, όμως, αλήθεια κάτι αυτό; Πόσα ελπιδοφόρα ντεμπούτα στην ατελείωτη ιστορία των ελπιδοφόρων (βαρβαριστί) ντεμπούτων άλλαξαν τον ρου της καλλιτεχνικής ιστορίας; Δεν είναι ένα, όπως ίσως στα γρήγορα σκεφτήκατε, αλλά δεν είναι και πολλά. Έτσι λοιπόν και με το ντεμπούτο του Νόλαν δεν ήχησαν τα τύμπανα των Μοχόκων, δεν θορυβήθηκε το Χόλιγουντ, δεν έγινε ας πούμε αυτό που συνέβη με άλλους σκηνοθέτες που φύτρωσαν στην γενιά του ’90: Το πρώτο του Ταραντίνο ή του Ντάρεν Αρονόφσκι ας πούμε, ακούστηκαν πολύ περισσότερο. Αλλά, ως είθισται, έβαλε το λιθαράκι του και προϊόντος του χρόνου διακρίνεται ο ρόλος και η σημασία του.

Πίσω στο δίλημμα. Να το δεις υπό το βάρος της συνέχειας ή να το δεις για αυτό που είναι. Όσο κι αν προτιμώ την εκκίνηση από το έργο καθαυτό, είναι τέτοια η σύσταση του Following που σε προδιαθέτει να το συλλογιστείς και ως προς την συνέχεια. Κι αυτό διότι η προσήλωση του Νόλαν στο εν αρχή ην ο λόγος, δηλαδή το Σενάριο, είναι τόσο έκδηλη που δύσκολα ξεχνάς τον σκηνοθέτη της συνέχειας. Ωστόσο, ήδη από εδώ, μπορεί να επισημάνει κανείς την απόσταση ανάμεσα στην σύλληψη και την εκτέλεση, δηλαδή την αρχική ιδέα και το σενάριό της. Ο τρόπος που έχει βρει ο Άγγλος να τα συνδέσει αποτελεί και τον κύριο λόγο στον οποίον θεμελιώνεται το μεγάλο κοινό του. Δεν είναι άλλος από την αντίληψη του Χρόνου, το ανακάτεμά του και την (σε ασυνήθη βαθμό) μετάθεση της αφηγηματικής συνοχής στο μοντάζ – όπως ο Νόλαν το δανείζεται και το μεταρσιώνει από μεγάλους του παρελθόντος και πρώτα όλων του Φριτς Λανγκ. Με άλλα λόγια ο Νόλαν ήδη από το Following αισθάνεται ότι η γραμμική παράθεση ακόμα και μιας φοβερής σύλληψης (που εδώ δεν είναι φοβερή, αλλά στο Inception ας πούμε είναι) δεν αντιπροσωπεύει πια την μοντέρνα νοοτροπία, δεν μπορεί να αγγίξει τον κατακερματισμένο νου της νέας χιλιετίας, δεν αποτελεί καν ρεαλιστική απεικόνιση της μητροπολιτικής αίσθησης – μιας και κακά τα ψέματα στις μητροπόλεις κρύβεται το μεγάλο κοινό του σινεμά.

Πλην της αντιμετώπισης του Χρόνου, που εδώ -όπως και στη συνέχεια- η σκηνοθεσία του υπογραμμίζει με τρόπο μελοδραματικό, το Following είναι πιο ενδιαφέρον για το ανάστημα που ορθώνει ο Νόλαν πάνω στην έννοια της Αφήγησης. Είναι τέτοιο το μέλημά του στην σύλληψη και την κατασκευή της ιστορίας, που να συντάσσει κατά τρόπο αμφίδρομο τόσο μια «ρεαλιστική» υπόθεση/πλοκή ενός εφιαλτικού υπαρξιακού θρίλερ όσο και, μακράν εντυπωσιακότερα, μια ιστορία που μαγνητίζεται από την αφήγησή της, «λιώνει» σε αυτήν, περνά από μέσα της και μετά από μια θεαματική ανασυγκρότηση βρίσκεται να μιλά για τον… εαυτό της. Γιατί τι άλλο παθαίνει ο Young Man από μια απορρόφηση στην ρουφήχτρα της πρόθεσής του να παρακολουθήσει τους άλλους, η οποία όμως τελικά αποδεικνύεται μέρος μιας μεγαλύτερης, ενάντιας, αφήγησης, την οποία ο ήρωάς μας θα μάθει στην πληρότητά της με το τέλος της ταινίας. Το σχήμα στο οποίο η αρχική αφήγηση ενός έργου δεν είναι παρά το ασυνείδητο για την ίδια εργαλείο-υποσύνολο μιας πολύ μεγαλύτερης που την ρυθμίζει ολοκληρωτικά (και την σκοτώνει), δεν είναι απλά μια ιδιοφυής σύλληψη, είναι και μια περίπου θρησκευτικής έντασης φιλοσόφηση της ίδιας της ζωής.

Έτσι λοιπόν, παρά το ότι οι, κατά τον υπογράφοντα, παθογένειες του μετέπειτα έργου του είναι παρούσες, (επί παραδείγματι, η διαλογική φλυαρία, η απουσία ποιητικής πυκνότητας στις ατάκες, ο παράδοξος συνδυασμός υπερτονισμένης παρουσίας και μαζί υποβάθμισης της Μουσικής ως πρακτικού εργαλείου στιγμιαίας συναισθηματικής υποστήριξης, η φυλετικά μονόπλευρη αντίληψη των χαρακτήρων), το Following καταγράφεται σαν μια έως και λαμπρή στιγμή, σαφώς προφητικής βαρύτητας, που όμως ακόμα διασκεδάζει με την επωφελή σινεφιλία της (η αναφορά στη Λάμψη ειδικά είναι απόλαυση και χρήζει ειδικής αναφοράς), με τα κόλπα της, με τον εαυτό της ακόμα-ακόμα σε ένα πλαίσιο όμως που εκ των υστέρων βροντοφωνάζει πόσο ανανέωνε το τότε αγγλοσαξονικό σινεμά, πόσο συμμετείχε στο να γίνει η δεκαετία του ’90 η τελευταία ως σήμερα βαρυσήμαντη δεκαετία του Κινηματογράφου.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Η Παρακολούθηση
  • Η Παρακολούθηση