Η Δική της Κόλαση
Her Private Hell
Δέκα χρόνια μετά την τελευταία του ταινία ο Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν επιστρέφει στα γνώριμα, στιλιστικά του λημέρια, με τη «Δική της Κόλαση» ένα φιλμ το οποίο εάν δεν ανήκετε στον σκληρό πυρήνα θαυμαστών του Δανού δημιουργού, ίσως γίνει και η δική σας Κόλαση.
Η πρώτη δεκαετία του 2000 βρήκε τον Ρεφν να συγκαταλέγεται ανάμεσα σε σύγχρονους auteur, κατασκευάζοντας ένα εντελώς προσωπικό στυλ που ακροβατούσε ανάμεσα στο exploitation και το δράμα, εμποτίζοντας τις ταινίες του με αναφορές από δικά του αγαπημένα κινηματογραφικά είδη – από ταινίες γκάνγκστερ και γουέστερν, μέχρι neo-noir και sci-fi.
Η αρχή είχε γίνει λίγο νωρίτερα, το 1996 με την πρώτη ταινία της «Pusher» τριλογίας του που έφερε και στο προσκήνιο τον Μαντς Μίκελσεν, για να ακολουθήσουν μετά τα «Bronson», «Valhalla Rising» και φυσικά το «Drive» που παραμένει μια από τις κορυφαίες στιγμές στην καριέρα του Ρεφν, αλλά και σε εκείνη του πρωταγωνιστή της Ράιαν Γκόσλινγκ.
Με το – παρεξηγημένο αν με ρωτάτε – «The Neon Demon» να κυκλοφορεί το 2016, ο Ρεφν άφησε έκτοτε στην άκρη τις μεγάλου μήκους, κινηματογραφικές παραγωγές, ασχολούμενος πρωτίστως με τηλεοπτικές σειρές, μικρού μήκους ταινίες και διαφημιστικά. Αναμενόμενα, λοιπόν, η ανακοίνωση της επιστροφής του με την πρεμιέρα της νέας του ταινίας, νωρίτερα φέτος, στο φεστιβάλ των Καννών, δημιούργησε προσδοκίες ακόμα και σε όσους δεν τον συγκαταλέγουν στο ρόστερ των αγαπημένων τους δημιουργών. Άξιζε τελικά τούτη η αναμονή; Ας πούμε πως κατά την ταπεινή μου άποψη, το «Η Δική της Κόλαση» αποτελεί την χειρότερη ταινία της φιλμογραφίας του Ρεφν.
Η υπόθεση (η ποια;) τοποθετείται σε μια φουτουριστική μητρόπολη. Εκεί φτάνει η Ελ (Θάτσερ), μια γυναίκα με daddy issues, η οποία πρόκειται να παίξει σε μια ταινία μαζί με κάμποσες άλλες γυναίκες και όλες μαζί μένουν σε έναν πανύψηλο ουρανοξύστη/ξενοδοχείο, ο οποίος είναι μονίμως τυλιγμένος σε ένα παχύ στρώμα ομίχλης, όπως και όλη η υπόλοιπη πόλη. Την ίδια στιγμή ένας άνδρας (Μέλτον) αναζητά την χαμένη του κόρη, η οποία έχει πέσει θύμα ενός αδίστακτου δολοφόνου γνωστού ως «Leather Man».
Η πραγματική μεταθανάτια εμπειρία που είχε ο Ρεφν το 2023 κατά τη διάρκεια ενός χειρουργείου καρδιάς και η οποία, κατά τον ίδιο, τον ώθησε να ξεκινήσει την καριέρα του από την αρχή, αποκτά υπόσταση εδώ ως ένα ψηφιακό κατασκεύασμα πόλης που αντηχεί την απουσία ενός χειροπιαστά αντιληπτού περιβάλλοντος, με τους ήρωες να υπάρχουν και να δρουν μέσα σε έναν παραισθησιογόνο κόσμο γεμάτο αντιφάσεις και μυστήριο.
Αν αυτή η ταινία είχε βγει δυο δεκαετίες πριν, σίγουρα θα αποτελούσε το «how to» εγχειρίδιο των απανταχού εκκολαπτόμενων σκηνοθετών, που θα την χρησιμοποιούσαν σαν το Ιερό Δισκοπότηρο των aesthetics. Σήμερα η υπέρμετρη χρήση του ροζ και του μπλε neon, σήμα κατατεθέν του Ρεφν, αλλά και η θυσία της ουσίας για χάρη της εικόνας, μοιάζει εντελώς παρωχημένη, με τον Δανό να εγκλωβίζεται στην αυτοαναφορικότητά του, λες και αδυνατεί να κοιτάξει στον καθρέφτη κάτι άλλο πέρα από το δικό του είδωλο.
Το στιλιζάρισμα θα ήταν μια λογική εξέλιξη (ως ένα συνταίριασμα με το αφηγηματικό πλαίσιο όμως, όχι αυτοσκοπός) αν ο Ρεφν διάνθιζε με εφιαλτικές εικόνες την ιστορία του, ιστορία όμως δεν υπάρχει, μονάχα μια επίφαση πλοκής που εξαντλείται σε επιτηδευμένα τσιτάτα και αποσπασματικές απόπειρες των χαρακτήρων να πείσουν πως βιώνουν το δικό τους Καθαρτήριο. Εάν ισχύει πως η υπόθεση προέκυψε από τη συρραφή διαφορετικών ιδεών – μια νεαρή γυναίκα φτάνει σε μια πόλη που δεν υπάρχει, ένας άνδρας κατεβαίνει στην Κόλαση για να βρει την κόρη του – τότε πολύ λυπούμαστε που δεν θα δούμε δυο σοβαρά καλές ιδέες να μετουσιώνονται σε αυτόνομες ταινίες, αλλά σε ένα φαντεζί υβρίδιο που δεν επιτρέπει σε καμία από αυτές να λειτουργήσει σε επίπεδο αφήγησης.
Οι επιρροές του Ρεφν όπως το σινεμά του Κένεθ Άνγκερ και του Μπερτράν Μαντικό (με τη διαφορά ότι ο Μαντικό κατασκευάζει ταινίες που «χωράνε» μέσα στους κόσμους του), μπορεί να είναι εμφανείς μεν, δεν αρκούν δε για μια ταινία που προσπαθεί να πείσει το κοινό της πως είναι πολύ Avant Garde και σκεπτόμενη για να βγάλει κάποιο νόημα.







