Hope
Hope
Μια δεκαετία σχεδόν μετά την υποβλητική, folk horror ατμόσφαιρα του «The Wailing» ο Νοτιοκορεάτης Να Χονγκ-τζιν επιστρέφει με ένα γκαζωμένο, sci-fi υπερθέαμα, που όση πληθωρικότητα διαθέτει στις επικές σκηνές δράσης του, άλλο τόσο αστοχεί στη δημιουργία μιας συμπαγούς μυθολογίας εντός του κινηματογραφικού του σύμπαντος.
Αυτήν την επιστροφή την περιμέναμε. Ίσως όχι έτσι όπως ακριβώς έγινε, αλλά στην τελική ποιοι είμαστε εμείς που θα κρίνουμε (εντάξει, θα κρίνουμε λίγο) τον Να Χονγκ-τζιν που μπορεί να διαθέτει μια φιλμογραφία συμπυκνωμένη, έχει όμως αφήσει ήδη το προσωπικό του στίγμα στον ασιατικό κινηματογράφο με τα, αμφότερα εξαιρετικά, «The Chaser» και «The Yellow Sea» - το «The Wailing» στέκει επάξια μονάχο του ως κορωνίδα του έργο του.
Κρίνοντας με βάση τις προηγούμενες δουλειές του περιμέναμε μυσταγωγία και βραδύκαυστο ρυθμό από την καινούργια του ταινία, μέχρι που το «Hope» έκανε την πρεμιέρα του τον περασμένο Μάϊο στο φεστιβάλ των Καννών και αποκαλύφθηκε ένα τέρας (πέραν δηλαδή της «τερατώδους» διάρκειας των δυο ωρών και σαράντα λεπτών), ασταμάτητο πιστολίδι και μερικές από τις καλύτερες σκηνές δράσης των τελευταίων πολλών ετών. Αποκαλύφθηκαν κι άλλα, αλλά θα τα πούμε στην πορεία.
Σε μια απομονωμένη παραθαλάσσια πόλη, κάπου στη Νότια Κορέα, που φέρει την ειρωνική(;) ονομασία «Το Λιμάνι της Ελπίδας», μια παρέα κυνηγών εντοπίζει μια νεκρή αγελάδα που έχει πάνω της τραύματα από γιγαντιαία νύχια και ειδοποιεί αμέσως τον αρχηγό της αστυνομίας (Χουάνγκ Τζονγκ-μιν). Καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως υπεύθυνη μάλλον είναι κάποια τίγρη («έρχεται ανά τα χρόνια από τα βόρεια για να τραφεί»), η ομάδα θα κινηθεί προς το δάσος για να εντοπίσει τα ίχνη της, ενώ ο αστυνομικός θα επιστρέψει στην πόλη, εκεί όπου τα πάντα έχουν γίνει ήδη ρημαδιό από μια ανεξήγητη δύναμη που μοιάζει πολύ μεγαλύτερη από μια ταπεινή τίγρη.
Ο Να παραδίδει εδώ το δικό του «great monster flick» αντλώντας απευθείας έμπνευση από το σινεμά των Στίβεν Σπίλμπεργκ, Ρίντλεϊ Σκοτ και Μπονγκ Τζουν-Χο («Ο Επισκέπτης» του παραμένει έως σήμερα μια από τις καλύτερες ταινίες με τέρας), αλλά και από την ποπ κουλτούρα των ιαπωνικών manga και anime, αν τουλάχιστον κρίνουμε από την πρώτη και καλύτερη τερατό-εμφάνιση της ταινίας (ναι, υπάρχουν κι άλλες) που παραπέμπει σχεδιαστικά και κινησιολογικά στα πλάσματα από το «Attack on Titan».
Η πρώτη ώρα είναι ένα θαλερό, φωνακλάδικο και γεμάτο ακατάπαυστη δράση μείγμα περιπέτειας και επιστημονικής φαντασίας που χτίζει υποδειγματικά το σασπένς, αφήνοντας τριγύρω σεναριακά «ψίχουλα» για το τι μπορεί να συμβαίνει στην πόλη, με τα φαντάσματα του πολέμου να πλανώνται ακόμα πάνω από τις σκουριασμένες πινακίδες της αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης που ζητούν από τους πολίτες να «Καταγγείλουν τους κατασκόπους!» ή να «Προστατέψουν το έθνος από την εισβολή!».
Όσο περνάει η ώρα ο Να παίρνει το πόδι από το γκάζι προς χάρη των χαρακτήρων του, «σπάζοντας» την υπόθεση σε επιμέρους ιστορίες που διαδραματίζονται την ίδια στιγμή σε διαφορετικά σημεία της πόλης και του ορεινού δάσους. Εκεί εμφανίζονται σιγά σιγά και οι μέχρι τότε κρυπτικοί κίνδυνοι, με τους θεατές να γίνονται μάρτυρες μιας απειλής φερμένης από αλλού που αποδεικνύεται επιφανειακά προσεγγισμένη, δίχως σαφές lore και με ένα CGI που παραπέμπει σε αισθητική video games περασμένων δεκαετιών.
Η μεγάλη αποκάλυψη της ταινίας αποτελεί και την μεγαλύτερή της αδυναμία, αφού έρχεται σε άμεση σύγκρουση (no pun intended) με την οργιαστική κινηματογράφηση του σπουδαίου Χονγκ Κιούνγκ-πιο («Burning», «Παράσιτα»), δημιουργώντας δυο κόσμους (κυριολεκτικά ο γήινος και ο εξωγήινος) διαφορετικών ταχυτήτων και μεγεθών που μοιάζουν βγαλμένοι από ξεχωριστές ταινίες.
Παρά τα σοβαρά της προβλήματα η ταινία διαθέτει μεγάλο περιθώριο απόλαυσης και διασκέδασης λόγω των εντυπωσιακά καλοφτιαγμένων σκηνών δράσης της (μια από τις καλύτερες σεκάνς είναι προς το τέλος της ταινίας), του χοντροκομμένου της χιούμορ που λειτουργεί εκπληκτικά καλά και των στιγμών εκείνων που ο Να αποφασίζει να «διαβάσει» την ανθρωπότητα ως κάτι μικρό απέναντι στην ισχύ ενός μεγαλύτερου, ξένου θηρευτή – για παράδειγμα, είναι ενδεικτικός ο τρόπος που σκηνοθετεί έναν εκ των κυνηγών από κάτω προς τα πάνω όταν ως άνθρωποι έχουμε το πάνω χέρι στη φύση και πως αργότερα η οπτική αυτή αλλάζει εντελώς.
Η αναπόδραστη εξέλιξη της ιστορίας θα αποκαλυφθεί στο σίκουελ που έχει ήδη γραφτεί. Ίσως εκεί τα πράγματα να γίνουν περισσότερο κατανοητά ως προς τον κόσμο που έχει ονειρευτεί ο Να. Το μόνο σίγουρο είναι πως έχει την προσοχή μας, είναι γνωστό εξάλλου πως η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία.







