Kontinental '25

Kontinental '25

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2025
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ρουμανία, Λουξεμβούργο, Βραζιλία, Ην. Βασίλειο, Ελβετία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ράντου Ζούντε
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Ράντου Ζούντε
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Έστερ Τόμπα, Σέρμπαν Πάβλου, Γκάμπριελ Σπάχιου
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Μάριους Παντούρου
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 109'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Cinobo
    Kontinental '25

Μια δικαστική επιμελήτρια στο Κλουζ της Ρουμανίας…επιμελείται την έξωση ενός αστέγου, ο οποίος όμως αυτοκτονεί και την ρίχνει σε έναν καταιγισμό τύψεων. Φοβού τους μπουρζουάδες και τις ενοχές τους, μοιάζει να λέει ο Ράντου Ζούντε, ευρισκόμενος σε διαρκούσα, βιτριολική φόρμα. Αργυρή Άρκτος Σεναρίου στο περυσινό Φεστιβάλ Βερολίνου.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Αναμφίβολα επίκτητο γούστο το ιδιότροπα δοκιμιακό σινεμά του Ρουμάνου, παραμένει ωστόσο σαφές ότι οι ιδέες, οι παραβολές, οι διάλογοι και οι έμφορτοι σατιρικού νοήματος παραλληλισμοί τού τρέχουν απ’ τα μπατζάκια – έστω κι αν αντιστρόφως ανάλογα από έναν παραπάνω κόπο κατασκευής μιας πλοκής που θα τα στεγάσει. Προς υπεράσπισή του, ουδόλως φαίνεται να ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, ταινίες που φωτογραφίζουν διεισδυτικά την κατάσταση της χώρας του (εντέλει όχι μόνο, είναι οικουμενική η εμβέλεια) μέσω προζάτων περιπάτων στους χώρους της με σκελετικές αφορμές που του δίνουν ασίστ «να τα πει», πρέπει να υπάρχουν ανά πάσα στιγμή δέκα στα συρτάρια του.

Υπάρχει προχειρότητα σε αυτό; Κάποιος, ίσως όχι υποβοηθούμενος από μια συνυπογραφή στα λεγόμενα του 48χρονου Ρουμάνου, δεν αποκλείεται να την υπογραμμίσει εντονότερα από τον υπογράφοντα. Για τον τελευταίο, η αφορμή μιας καλοζωισμένης μεσοαστής (από εδώ η σαφής αναφορά στο ασύλληπτο «Europe ’51» του Ροσελίνι) που υπηρετεί πειθαρχημένα το Κράτος της, δίχως να αντιλαμβάνεται τις επιπτώσεις των υπηρεσιών της, τουλάχιστον όχι μέχρι να την βρουν κατακούτελα, είναι μια καλή αφορμή που δρομολογεί σκοτεινή κριτική με έναν θαυμαστά διφορούμενο τρόπο σε όλη σχεδόν την διάρκεια της ταινίας. Ο Ζούντε ανακύπτει σχεδόν χαιρέκακος, και οπωσδήποτε με την γλώσσα στο μάγουλο, προς όλους εκείνους που πάσχουν νυχθημερόν για τα δεινά του κόσμου μας, τις αδικίες, την πείνα, τους πολέμους, τις γενοκτονίες. Με τη γλώσσα να τεντώνει το μάγουλο διότι όχι μόνο το κάνουν διαφημιστικά, όχι μόνο αδυνατούν να καμουφλάρουν την προνομιακότητά τους μέσω του πλήθους των δωρεών και των καλών σκοπών που υποστηρίζουν (προγραμματίζοντάς τες να γίνονται αυτόματα μηνιαία μην και τις λησμονήσουν), αλλά και διότι πρώτα συμμετέχουν στην ύπαρξη του δεινού και μετά θλίβονται. Όπως η ηρωίδα μας εδώ, μια γυναίκα με σύζυγο, τρία παιδιά, δύο αυτοκίνητα και ένα σπίτι σε μια περιοχή «να έχουν τα παιδιά μια αυλή να βλέπουν». Μια κρατική λειτουργό - και μάλιστα σε μια χώρα που ο υπαρκτός σοσιαλισμός ανασαίνει διπλά, τόσο σαν καταραμένο φάντασμα όσο και σαν αναπόδραστη κληρονομιά.

Ο Ζούντε κατορθώνει μια εκπληκτική σκηνή – τουλάχιστον υπό την έννοια της απ’ ευθείας επίτευξης των ιδεολογικών στόχων της κριτικής του. Είναι η -μετά υπόκωφης…techno- σκηνή στο παγκάκι, όπου η ηρωίδα μας (ξανα)εξομολογείται δια μέσω του ιδιωματικού της talk therapy το τραύμα της σε μια φιλενάδα της («νομικά δεν έχω ευθύνη, αλλά αισθάνομαι πολύ ένοχη», όλο επαναλαμβάνει), για να καταλήξει η κουβέντα σε Revolut 500ευρα στήριξης ευγενών σκοπών, ιστορίες αλληλοανακούφισης και, πρωτίστως, μια καταπληκτική ρήση του Μπρεχτ που έλεγε για τους αθώους που πήγαιναν στα γκούλαγκ ότι «όσο πιο αθώοι είναι τόσο πιο ένοχοι» - με την αντικαθεστωτική έννοια βέβαια που το έθετε.

Αν αυτή η σκηνή ήταν μια μικρού μήκους, ένα μονόπρακτο κοντής διάρκειας θα μπορούσες και να ξεσπάσεις σε χειροκροτήματα. Η ταινία ωστόσο «ανοίγει» ολοένα, διευρυνόμενη προς μια αξονική τομογραφία ρουμανική, ανατολικοκεντροευρωπαϊκή και γενικώς ευρωπαϊκή. Η οποία περιέχει εθνικισμό (απολαυστικές σκηνές της κόντρας Ούγγρων-Ρουμάνων), οικείο ρατσισμό προς καθέναν διαφορετικό, χονδροειδή εμπορευματοποίηση (ιδίως το…Jurassic Park της πόλης είναι απόλαυση), κιτς οικιστική ταξικότητα και διαχωρισμό, σεβάσμιο λιάνισμα της εκκλησιαστικής αναποτελεσματικότητας και γενικώς όλους τους κλασικούς, τακτικούς στόχους της νοοτροπίας Ζούντε. Ο οποίος για ακόμα μια φορά, παρότι δεν κοπιάζει ιδιαίτερα στην πειθώ της εξωτερικής κατασκευής του, αφήνοντας έτσι το έργο του να μοιάζει εκτεθειμένο σε κατηγορίες γενικής εναντίωσης επιθεωρησιακής λογικής, ούτε βασανίζεται να οργανώσει το σατιρικό χάος προς μια στοιχειωδώς συντεταγμένη αντιμετώπιση, διαφαίνεται εκ νέου (στα χαρτιά του υπογράφοντος πάντα) σαν ένας ευφυής ανυπότακτος σχολιαστής των στραβών του κόσμου μας, σαν λίαν τολμηρός επικριτής πολλών «καλόψυχων» (που ανήκουν κιόλας στο έτοιμο κοινό του!), αλλά και σαν ένας κατά βάθος ρομαντικός που χαρίζει στην ηρωίδα του μια αναλαμπή ουσίας και τελικά μπορεί ακόμα να πιστεύει ότι «αν τα πεις, μπορεί και να συμβάλλεις σε μια αλλαγή».

Παρά την ενδεχόμενη αφέλειά του, καλύτερα μαζί του παρά απέναντι.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Kontinental '25
  • Kontinental '25