Το Μεγαλείο
Ο Ιταλός Πρόεδρος της Δημοκρατίας, έξι μήνες πριν τη λήξη της θητείας του, πρέπει να αποφασίσει πάνω σε ένα νομοσχέδιο για την ευθανασία και να δώσει προεδρική Χάρη σε έναν από δύο φυλακισμένους, όλα ενόσω βιώνει την θλίψη για την απώλεια της συζύγου του. Ο Πάολο Σορεντίνο σε μια (ακόμα) αποθέωση του κόσμου του, κλείνει μια άτυπη «προεδρική τριλογία» κι έχει ξανά κοντά του αυτό το μεγαθήριο, τον Τόνι Σερβίλο.
Υπάρχουν πολλοί σκηνοθέτες στην ιστορία του Κινηματογράφου που λατρεύουν το κάδρο τους. Ο Πάολο Σορεντίνο ενδέχεται σοβαρά να είναι αυτός που το κάνει πιο απτά, πιο αισθησιακά και πιο «εξοργιστικά» στυλιζαρισμένα από κάθε άλλον. Το κάδρο είναι βέβαια το ρήμα της κινηματογραφικής πρότασης. Κι επειδή ο Σορεντίνο επεκτείνει την υπόκλισή του στο Σινεμά (και το ταλέντο του να το υπηρετεί), αρθρώνει προσεκτικά (κάποιος θα έλεγε επιτηδευμένα) κάθε λοιπή λέξη της πρότασης αυτής. Προσέχει εξωφρενικά τον ρυθμό μέσα στο κάδρο καθοδηγώντας το βλέμμα. Λειαίνει με ηδυπαθές λιπαντικό κάθε γωνία των συνδέσεων των πλάνων - στη μουσική θα λέγαμε ότι έχει ένα εξαίρετο legato. Φροντίζει ηχητικά σαν αρχοντικός, αλλά και επιδειξιομανής, οικοδεσπότης κάθε ήχο που ακούγεται. Ελέγχει εξονυχιστικά τι θα συμβεί σε κάθε σεκάνς – ακόμα κι αν κάποτε η σεκάνς αυτή δεν εξυπηρετεί παρά την εντύπωσή της και όχι το υπόλοιπο φιλμ. Παράδειγμα, σχεδόν έξαλλο, των παραπάνω; Η σκηνή της υποδοχής του Πορτογάλου Προέδρου. Δεν έχει καμμία σχέση με την πλοκή της ταινίας. Δεν παίζει κανέναν ρόλο στο νόημα του σεναρίου της. Είναι εκεί γιατί ο Σορεντίνο αποφάσισε να την βάλει εκεί. Διερωτήθηκε, φαίνεται, πώς θα είναι άραγε ένας ηλικιωμένος άνθρωπος να περπατά σε ένα κόκκινο χαλί ενώ τον δείχνεις σε αργή κίνηση και παίζει techno ταυτόχρονα. Πώς θα είναι να κοντράρεις το αργό με το γρήγορο, πώς θα είναι πρόσθετα να βάλεις και μια βροχοθύελλα όσο όλο αυτό συμβαίνει. Απάντηση: Θα είναι αξέχαστο. Θα έχει πολύ-πολύ πλάκα. Θα είναι παράδειγμα της σκηνοθεσίας Σορεντίνο. Θα είναι και δείγμα του ότι όσο κάνει τέτοια πράγματα η αληθινά μεγάλη ταινία θα του διαφεύγει. (Δεν τον απασχολεί. Και δεν απασχολεί ούτε κι εμένα. Οι ωραίες ταινίες, πολύ συχνά και όταν αγαπάς το Σινεμά, είναι απολαυστικότερες από τις μεγάλες ταινίες.)
Ο Σορεντίνο έκανε εδώ μια σπονδή στην τέλεια, επίκτητη ομορφιά.
Το «La Grazia» είναι ένα ακόμα, σχεδόν πλήρως επιτυχημένο άρθρο στο κινηματογραφικό σύνταγμα του Σορεντίνο. Είναι μια ακόμα αποθέωση της «βρετανικής» χροιάς του βαθιά ιταλικού του χαρακτήρα, της αυτοσυγκράτησής του εν μέσω του (δικού του!) χειμαρρώδους. - «Ήμασταν γενναίοι που δεν δείξαμε έντονα τις διαφωνίες μας.» - «Όχι, ήμασταν κομψοί», απαντά ο Πρόεδρος του Σερβίλο, προαλείφοντας το λίγο αργότερα κεντρικό – και φυσικά πολύσημο - απόφθεγμα του σεναρίου του: Το πάθος όσο μεγαλώνεις αντικαθίσταται από την χάρη. Και η χάρη συνοψίζει την ομορφιά της αμφιβολίας. Λαμβάνουμε αποφάσεις παρά την αμφιβολία αυτή, προσποιούμενοι βεβαιότητες. Ο Σορεντίνο έκανε εδώ μια σπονδή στην τέλεια, επίκτητη ομορφιά.
Είναι σαφές ότι σκέψεις σαν αυτές, φράσεις ειπωμένες ανάλογα, ακόμα και ευθέως η ενασχόληση «με τέτοια πράγματα» σε μια εποχή στην οποία αφοδεύει κανείς ό,τι βωμολοχικό, ψοφοδεές (ή…σκέτο ψόφο) εκτιμά πως στιγμιαία χρειάζεται στο προφίλ του συνανθρώπου του (πόσο μάλλον το ότι η ταινία έχει κεντρικό χαρακτήρα έναν πολιτικό…), αφήνουν το έργο έκθετο σε κατηγορίες εστετισμού, ελιτισμού και όλα αυτά τα στην πραγματικότητα εμπριμέ που μέλημά τους έχουν το να βρεθούμε όλοι σε μια παρομοίως ισόγεια κατάσταση ανοϊκής (αλλά τόσο διαμαρτυρόμενης) ανίας περί της υλικής μας δυσανεξίας, ίσως και εν γένει καχεξίας. (Για να τη βιδώσει κι άλλο σε αντιφρονούντες ο Σορεντίνο κάνει τον μυθοπλαστικό -βέβαια- Πρόεδρό του και πάλι Χριστιανοδημοκράτη και έγκριτο νομικό, ολοκληρώνοντας χωρίς…συμπερίληψη την τριλογία των κατά τα 2/3 πραγματικών Χριστιανοδημοκρατών Προέδρων μετά τους Αντρεότι και Μπερλουσκόνι στα «Il Divo» και «Loro».)
Ως εκ τούτων η ταινία δεν μπορεί παρά να βρει το κοινό της κάποτε μέσα στον μέλλοντα χρόνο, κοινό που απολαμβάνει πραότητα μα και υπόγεια ένταση, διάχυτο χιούμορ, πλέρια αυτή την αναπόφευκτη ελαφρότητα που το ιταλικό σινεμά σπάνια μπορεί να αποβάλει (και λόγω της τραγουδιστής γλώσσας) αλλά και έναν στοχαστικό ρεμβασμό (πολύ) πέρα από τα τρέχοντα. Είναι φυσικά ένα σινεμά που λείπει ιδιαίτερα. Κι επειδή ο Σορεντίνο συστηματικά, αλλά εδώ ίσως και λίγο παραπάνω από οτιδήποτε έχει κάνει από τον καιρό της «Μεγάλης Ομορφιάς», το εκτελεί τόσο οργιωδώς αισθησιακά, τόσο έξοχα ανυποχώρητα σε σχέση με την κοινή (βάζω και την κριτική) προσδοκία, θα παραβλέψω αστρολογικά κάποιες διαλείψεις, κάποιες στάσεις στο συνολικό τέμπο, κάποιες προβλέψιμες μουσικές υπογραμμίσεις και ορισμένα παραπροϊόντα της σκηνοθετικής του παρόρμησης που αν έλειπαν μπορεί και να σημείωναν την κορυφαία στιγμή της φιλμογραφίας του.







